Ο διεθνολόγος Δρ. Ζήνωνας Τζιάρρας, Λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, μιλά για την Τουρκία, τη Μέση Ανατολή, τη γεωπολιτική και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η νέα γενιά. Σε μια εποχή έντονης πληροφόρησης και παραπληροφόρησης, αναδεικνύει τη σημασία της γνώσης, της κριτικής σκέψης και της ψυχραιμίας. Παράλληλα, μοιράζεται προσωπικές σκέψεις για την ακαδημαϊκή του πορεία, την οικογένεια και τη μουσική.
Τι σου δίνει η συγγραφή ενός βιβλίου που δεν μπορεί να δώσει μια ακαδημαϊκή μελέτη ή ένα επιστημονικό άρθρο;
Κάθε συγγραφή, είτε ενός σύντομου άρθρου, είτε ενός δοκιμίου, είτε ενός βιβλίου, για μένα προκύπτει από μια προσωπική ανάγκη. Συνήθως αυτή η ανάγκη έχει να κάνει με τη δική μου προσπάθεια να σκεφτώ και να επεξεργαστώ κάποια πράγματα, ή πολύ απλά να απαντήσω σε δικά μου ερωτήματα συμμετέχοντας έτσι και στη δημόσια συζήτηση. Κάποτε γράφω και όταν θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη για μια νέα ή διαφορετική προοπτική για ένα από τα θέματα με τα οποία ασχολούμαι. Όποια και αν είναι η ανάγκη, όταν αυτή προκύψει, δεν μπορώ ησυχάσω μέχρι να γράψω. Παλαιότερα αναλωνόμουν περισσότερο στη συγγραφή άρθρων. Τα τελευταία μερικά χρόνια δίνω περισσότερη έμφαση στη συγγραφή βιβλίων. Η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα είναι συχνά –όχι πάντοτε– τόσο γρήγορη, επιφανειακή, πολωμένη και τοξική, που νιώθω πως η συγγραφή άρθρων σπάνια καταφέρνει τον σκοπό της, δηλαδή να πληροφορήσει και να δημιουργήσει παραγωγικό διάλογο, ειδικά όταν χαθεί μέσα στις άγονες συζητήσεις των Μέσων Κοινωνικών Δικτύωσης. Πολλές φορές ο/η εκάστοτε αναγνώστης/τρια διαβάζει μέσα από προσωπικές προκαταλήψεις και κατηγοριοποιήσεις και, ως εκ τούτου, ερμηνεύει αυθαίρετα την αποτύπωση μιας κατά τα άλλα σύντομης άποψης. Αντί λοιπόν να μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία τόσο συχνά όσο παλιότερα, εκμεταλλεύομαι τον χρόνο μου για να εστιάσω στη συγγραφή βιβλίων. Μπορεί να είναι μια πιο επίπονη και χρονοβόρος διαδικασία, και μπορεί το αποτέλεσμα να διαβάζεται από ένα πολύ μικρότερο κοινό. Τουλάχιστον όμως, οι απόψεις παρατίθενται πιο ολοκληρωμένα και αναλυτικά και διαβάζονται, ελπίζω, από ένα κοινό που έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον για το αντικείμενο και διάθεση για εποικοδομητικό διάλογο. Αυτή είναι, τουλάχιστον, η εμπειρία μου.
Όταν γράφεις για την Τουρκία, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, γράφεις περισσότερο για την ακαδημαϊκή κοινότητα ή για τον απλό αναγνώστη;
Προσπαθώ να κάνω και τα δύο. Κάθε πανεπιστημιακός χρειάζεται να συμμετέχει στον ακαδημαϊκό διάλογο που αφορά το αντικείμενό του, με κείμενα που κάποτε είναι περισσότερο κατανοητά στον στενό κύκλο της εν λόγω ακαδημαϊκής κοινότητας. Για να είμαστε ειλικρινείς, σε κάποιες περιπτώσεις οι ακαδημαϊκοί δεν γίνονται κατανοητοί ούτε από την ακαδημαϊκή κοινότητα – γι’ αυτό πολλές φορές μας καταλογίζεται, δικαίως, μια εσωστρέφεια. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί χρέος μας να επικοινωνούμε την επιστήμη στο ευρύ κοινό με τρόπο κατανοητό και χρήσιμο. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το προσπαθώ αρκετά, τόσο με τη δημοσίευση συντομότερων και πιο προσβάσιμων βιβλίων ή άρθρων, ή και με τη συμμετοχή μου στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, σε πόντκαστ κ.ο.κ. Το αν αυτό έχει επιτυχία ή όχι δεν μπορώ να το κρίνω εγώ.
Τι σημαίνει για εσένα να διδάσκεις νέους ανθρώπους για την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή σε μια χώρα όπως η Κύπρος;
Νομίζω πως σε ό,τι αφορά τη διδασκαλία υπάρχει μια πρόκληση που μπορεί να είναι δημιουργική, ειδικά στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Καλούμαστε μεν να διδάξουμε Ιστορία, γεγονότα και δεδομένα, αλλά ταυτόχρονα να αποδομήσουμε μύθους, να δημιουργήσουμε ερωτηματικά, διάλογο, μια περιέργεια για το αντικείμενο και τον κόσμο και, όσο γίνεται, να βοηθήσουμε τον/την φοιτητή/τρια να δει και τον εαυτό του/της μέσα από αυτό που σπουδάζει. Στην περίπτωση της διδασκαλίας για την Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό διότι αναφερόμαστε σε έναν χώρο συνυφασμένο με τη δική μας ιστορική εμπειρία, τη συλλογική ταυτότητα, το συλλογικό τραύμα και, εν τέλει, τον προσωπικό τρόπο με τον οποίο βιώνονται όλα τα ανωτέρω – συνειδητά ή ασυνείδητα. Φυσιολογικά, τα θέματα αυτά έχουν μια σημαντική πολιτική χροιά και γι’ αυτό μπορεί οι απόψεις, και εντός ενός πανεπιστημιακού ακροατηρίου, να διίστανται. Αυτό δεν είναι κακό. Φτάνει να μην υπάρχει φανατισμός και δογματισμός. Ο δικός μας ρόλος, νομίζω, δεν είναι καταρρίπτουμε δογματικά τη μια ή άλλη άποψη αλλά να στοιχειοθετούμε οτιδήποτε υποστηρίζουμε, δίνοντας το παράδειγμα μιας ορθολογικής και ψύχραιμης προσέγγισης. Συνάμα, χρειάζεται να βοηθούμε την κάθε πλευρά να κατανοεί το τί βρίσκεται στη βάση των απόψεων της άλλης. Η διατύπωση μιας Χ ή Ψ θέσης δεν είναι ποτέ από μόνη της παραγωγική σε ένα διάλογο. Χρειάζεται να καταλάβουμε από τί προκύπτει η κάθε θέση. Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές ανακαλύπτουμε πώς δεν στηρίζεται σε κάτι παρά μόνο σε κάποιο εσωτερικευμένο αφήγημα, την άκριτη αναπαραγωγή κάποιας άποψης, ή πολύ απλά κάποιο βίωμα ή συναίσθημα. Στο τέλος, δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε αλλά να μπορέσουμε να συνυπάρχουμε και να συζητάμε. Σε μια τόσο πολιτικά και πολιτισμικά φορτισμένη περιοχή όπως η δική μας, η κατανόηση του άλλου, η συνύπαρξη και η συνδιαλλαγή μαζί του είναι εξαιρετικά σημαντική. Όταν επιτευχθεί, έχει τη δύναμη να σπάσει κύκλους βίας και «ρουτίνες σύγκρουσης».
Έχεις την αίσθηση ότι οι φοιτητές σήμερα προσεγγίζουν την Τουρκία και τη γεωπολιτική διαφορετικά από ό,τι η δική σου γενιά;
Νομίζω ότι υπάρχει ένα βασικό κοινό και μια βασική διαφορά μεταξύ αυτών των γενεών. Το κοινό είναι ότι η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο γίνεται με μια πολύ αδύναμη βάση γνώσης και κατανόησης για την κυπριακή ιστορία, την πολιτική μας πραγματικότητα, την Τουρκία και, ακόμα περισσότερο, τη γεωπολιτική ευρύτερα. Αυτό είχα αντιληφθεί και γω όταν πρωτοξεκίνησα να σπουδάζω. Μου έκανε τρομερή εντύπωση πόσο λίγα γνώριζα για το Κυπριακό και την Τουρκία, ενώ αποτελούσαν και τα δύο αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας μέσα στην οποία μεγάλωσα. Γι’ αυτό φυσικά ευθύνεται το εκπαιδευτικό σύστημα και η πολιτική κουλτούρα που έχουμε δημιουργήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Η διαφορά έχει να κάνει με το παγκόσμιο πλαίσιο. Μπορεί η γενιά μου να σπούδασε στον απόηχο του Ψυχρού πολέμου, των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας», αλλά η πραγματικότητα είναι πως ο κόσμος τότε ήταν ακόμα πολύ σταθερότερος από σήμερα. Κατ’ ακρίβεια, οι ρίζες της αποσταθεροποίησης βρίσκονται εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και τον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2007/08. Ωστόσο, τότε υπήρχαν ακόμη κάποιες βεβαιότητες ή κάποιες σταθερές. Σήμερα βρίσκονται τα πάντα σε αποσταθεροποίηση, αποδιοργάνωση, μετάβαση ή και ανατροπή. Από τις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος, την τομή της πανδημίας του Covid-19, τις διεθνείς συγκρούσεις και τις οικονομικές αβεβαιότητες, μέχρι τα διεθνή νομικά πλαίσια, τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και τους κώδικες ηθικής. Όλα αυτά συνθέτουν ένα πλαίσιο που αναπόφευκτα επιδρά στη ψυχοσύνθεση των νέων γενεών. Θα έλεγα ότι αναστατώνει την εσωτερική σταθερότητα του ατόμου, δυσχεραίνει τη συγκρότηση μιας προσωπικής ταυτότητας και την αίσθηση νοήματος και σκοπού.
Πώς διδάσκεται ένας νέος άνθρωπος να ξεχωρίζει την επιστημονική ανάλυση από την προπαγάνδα, την πολιτική άποψη ή την παραπληροφόρηση;
Αυτή είναι μια πολύ καλή και κρίσιμη ερώτηση. Η απάντηση είναι δυσκολότερη και πιο σύνθετη. Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να διδαχθεί κανείς κάτι τέτοιο, ούτε κάποια ειδική φόρμουλα. Ειδικά σε μια εποχή που είναι τόσο δύσκολο να διακρίνει κανείς το αληθινό ή έγκυρο από το ψευδές ή κατασκευασμένο. Νομίζω πως τα δύο βασικά συστατικά είναι πρώτον ο προσωπικός έλεγχος και η αυτοσυγκράτηση και, δεύτερον, η γνώση. Χρειάζεται δηλαδή πρώτα να γίνουμε ενεργητικοί και όχι παθητικοί χρήστες του διαδικτύου (και άρα μη παθητικοί δέκτες της κάθε πληροφορίας). Να είμαστε υποψιασμένοι για το τί βλέπουμε και τί διαβάζουμε. Να σκεφτόμαστε από πού προέρχεται η πληροφορία. Όποτε χρειάζεται να διασταυρώνουμε τις πληροφορίες, ιδιαίτερα αυτές που μπορούν να θεωρηθούν σημαντικές και που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στον τρόπο δράσης μας. Ύστερα, σημαντική είναι και η γνώση για τη διάκριση της πληροφορίας. Αυτό όμως είναι κάπως σχετικό διότι, προφανώς, δεν μπορούμε να κατέχουμε τη γνώση για το κάθε τί ώστε να διακρίνουμε το αληθινό από το ψεύτικο. Μπορούμε όμως για πράγματα τα οποία μας ενδιαφέρουν να ενημερωνόμαστε πιο σφαιρικά και συστηματικά. Μπορούμε επίσης να εξετάζουμε σε μεγαλύτερο βάθος πληροφορίες που είναι αμφιλεγόμενες. Μπορεί κανείς να πει ότι δεν υπάρχει χρόνος για κάτι τέτοιο. Αυτό είναι όμως το βασικό στοιχείο που χρησιμοποιούν και οι καμπάνιες παραπληροφόρησης ή προπαγάνδας – το γεγονός ότι λίγοι θα μπουν στον κόπο να εξετάσουν την πληροφορία. Αν μη τι άλλο, όταν δεν είμαστε βέβαιοι για κάτι, καλό είναι να μην το αναπαράγουμε.
Πόσο δύσκολο είναι για έναν πανεπιστημιακό να παραμένει αντικειμενικός όταν ασχολείται με ένα ζήτημα που στην Κύπρο έχει τόσο έντονη συναισθηματική φόρτιση;
Το συναίσθημα δεν είναι κακό να υπάρχει, φτάνει να μη σε καταβάλλει, να σε ελέγχει και να σε οδηγεί σε ανορθολογικές προσεγγίσεις και δογματισμούς. Επειδή είμαι αρκετά συναισθηματικός, έχω από νωρίς στην καριέρα μου κάνει μεγάλες προσπάθειες να αποστασιοποιούμαι όσο μπορώ από το συναίσθημα για σκοπούς ακαδημαϊκής ακεραιότητας, και αυτό το έκανα πρωτίστως ως μια προσπάθεια αναμέτρησης με τον εαυτό μου. Αργότερα επιβεβαίωσα ότι αυτό είχε αξία τόσο στην ανάλυση όσο και στη διδασκαλία. Η ψυχραιμία και η ψύχραιμη διοχέτευση του συναισθήματος είναι πάντοτε πιο αποτελεσματική από την οποιαδήποτε συναισθηματική έξαρση. Φυσικά, όλα αυτά τα καταθέτω ως μια ιδεατή για μένα επιδίωξη και όχι ως κάτι που πάντοτε καταφέρνω.
Μετά από τόσα χρόνια που μελετάς την Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, υπάρχει κάτι που εξακολουθεί να σε εκπλήσσει;
Νομίζω ότι ειδικά αυτή η περιοχή του κόσμου είχε και έχει πάντοτε την τάση να εκπλήσσει ακόμα και τους πιο έμπειρους παρατηρητές. Αν έπρεπε να αναφέρω κάτι συγκεκριμένο, θα έλεγα, πρώτον, την τάση των συγκρουσιακών δυναμικών της περιοχής να ξεπερνούν τον εαυτό τους δημιουργώντας νέους και συχνά χειρότερους κύκλους βίας και, δεύτερον, η πολυπλοκότητα των γεωπολιτικών συνθηκών και των σχέσεων μεταξύ κρατικών και μη κρατικών δρώντων που αλλάζει σαν «κινούμενη άμμος».
Πάντα είχες στο μυαλό σου ότι θα ακολουθήσεις ακαδημαϊκή πορεία ή η ζωή σε οδήγησε σταδιακά εκεί;
Όχι, καθόλου. Είναι μεγάλη αυτή η ιστορία, αλλά εν συντομία μπορώ να πω πως αρχικά ήθελα να γίνω είτε μουσικός, είτε ψυχολόγος. Λόγω ανώριμων –όχι κατ’ ανάγκη λανθασμένων– επιλογών στο λύκειο, στις παγκύπριες –τότε– εξετάσεις διεκδίκησα θέσεις τουρκολογίας και πολιτικών επιστημών, μεταξύ άλλων. Κατέληξα στις Μεσογειακές Σπουδές (ένας συνδυασμός των δύο) και, με λίγα λόγια, από εκεί άνθισε ραγδαία το ενδιαφέρον μου για τις Πολιτικές Επιστήμες, τις Ανθρωπιστικές Σπουδές και ιδιαίτερα την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή.
Σήμερα, ως σύζυγος και πατέρας δύο παιδιών, έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τις επιλογές, τις προτεραιότητες και τις ευθύνες σου;
Αντικειμενικά, οι οικογενειακές ευθύνες και ανάγκες έχουν αυξηθεί σημαντικά και χρειάζεται να είναι προτεραιότητα. Αναλόγως πρέπει να ρυθμιστούν και οι επαγγελματικές δραστηριότητες. Έχω μειώσει αρκετά τις διαφόρων ειδών δημόσιες παρεμβάσεις μου και προσπαθώ να εστιάζω στις στενές απαιτήσεις της δουλειάς μου –όπως τη διδασκαλία και την έρευνα– και, όποτε μπορώ, σε άλλα πράγματα που με ενδιαφέρουν ή θεωρώ ουσιαστικά.
Και για να κλείσουμε λίγο πιο χαλαρά, απ’ όσο θυμάμαι από τότε που σε ξέρω, η κιθάρα ήταν πάντα στη ζωή σου. Παίζεις ακόμη ή τελικά σε κέρδισαν η δουλειά και οι υπόλοιπες υποχρεώσεις;
Δεν θα μπορούσα ποτέ να αποχωριστώ εντελώς τη μουσική και την κιθάρα παρόλο που σίγουρα δεν ασχολούμαι όσο θα ήθελα. Προσπαθώ να παίζω όσο μπορώ, διότι μου προσφέρει ευχαρίστηση αλλά και ένα τρόπο έκφρασης. Όποτε είναι δυνατόν συμμετέχω ερασιτεχνικά και σε ένα μικρό μουσικό σχήμα, τους The Praxis Collective.












