Υπερβολική φροντίδα και αγάπη: Μια άλλη μορφή αμέλειας


ΤΗΣ ΔΡΟΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*

Γονική αμέλεια ορίζεται ως η κατάσταση μέσα από την οποία ένας γονιός ή φροντιστής παραμελεί τις βασικές ανάγκες του παιδιού, με τα συχνότερα είδη να αποτελούν τη σωματική παραμέληση, την ανεπαρκή επίβλεψη, τη συναισθηματική, ιατρική και εκπαιδευτική αμέλεια.

Παρατηρώντας ένα νεογέννητο βρέφος ή ένα παιδί, ακόμα και έναν έφηβο, εντοπίζουμε το βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης, την ανάγκη παροχής φροντίδας και ασφάλειας. Ο άνθρωπος σε αντίθεση με άλλους ζωντανούς οργανισμούς φτάνει στον κόσμο ως ένα ολοκληρωτικά εξαρτημένο ον από τους φροντιστές του, έτσι η παροχή τροφής, φροντίδας, ασφάλειας, συναισθηματικής ανταπόκρισης, αποτελούν βασικά και αναγκαία στοιχεία γύρω από την επιβίωσή του. Συνεπώς, στην περίπτωση όπου αυτές και πολλές άλλες ανάγκες παραμεληθούν από τους φροντιστές, το παιδί «απειλείται» από ένα αρνητικό αντίκτυπο, ικανό να το επηρεάσει βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα, τόσο σε ενδοπροσωπικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο.

Τι συμβαίνει όμως στην άκρως αντίθετη συνθήκη, όπου οι ανάγκες ενός παιδιού καλύπτονται σε υψηλό, ακόμα και ακραίο βαθμό; Όπου η υπερβολική φροντίδα «πνίγει» τα παιδιά, καταπιέζοντας την ελευθερία τους, δημιουργώντας σχέση εξάρτησης ανάμεσα σε αυτά και στους γονείς τους;

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου στο γραφείο ενός ψυχολόγου καταφτάνουν παιδιά, έφηβοι, ακόμη και ενήλικες με ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα αυτονομίας. Παιδιά που δεν εμπιστεύονται τις δυνάμεις τους, που νιώθουν μια ισχυρή ανεπάρκεια στο να υπάρξουν μακριά από τους γονείς τους, όπου η παραμικρή απόσταση και ο κάθε αποχωρισμός δημιουργούν τρόμο.

Σε αυτό το δίπολο «εμπιστοσύνης-δυσπιστίας», «αυτονομίας-εξάρτησης», πρωταγωνιστές είναι οι γονείς. Βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια των υπέρ-προστατευτικών και υπερ-εμπλεκομένων γονιών, τα παιδιά δεν είναι αρκετά ικανά στο να υπάρξουν αυτόνομα, ο κόσμος είναι εξαιρετικά επικίνδυνος, και οι ίδιοι έχουν το συνεχές χρέος όχι μόνο να τα προστατεύουν αλλά να εξυπηρετούν την κάθε πιθανή ανάγκη των παιδιών τους, πριν καν αυτή εκφραστεί. Σε καμία περίπτωση βέβαια δεν υποτιμάται ή δεν ταυτίζεται η γονική φροντίδα με μια αχρείαστη διαδικασία. Αντιθέτως, η φροντίδα των γονιών-φροντιστών απέναντι στα παιδιά, αποτελεί απαραίτητο συστατικό για την επιβίωση και ανάπτυξή τους. Ωστόσο, όταν αυτή η φροντίδα δίνεται σε υπερβολικό βαθμό, όταν τα παιδιά δεν ενθαρρύνονται στο να ξεδιπλώσουν τις δεξιότητές τους και να αναλάβουν τις ανάλογες με την ηλικία του υπευθυνότητες, τότε ενδεχομένως να αναπτυχθεί το συναίσθημα της ανημποριάς και της εξάρτησης από τις γονικές φιγούρες.

Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος μέσα από τα μάτια των υπερ-προστατευμένων παιδιών φαντάζει άπιαστος, επικίνδυνος, απειλητικός. Τα βήματα εξέλιξης αποτελούν δύσκολες προκλήσεις, κάποιες φορές ακόμα και αχρείαστες προσπάθειες. Η επικοινωνία με τον έξω κόσμο πιθανόν να φοβίζει, με τα παιδιά να εναποθέτουν στους γονείς πολλές προσωπικές τους κινήσεις. Και κάπου εκεί συναντάμε ιδιαίτερα ντροπαλά, φοβισμένα παιδιά, κοινωνικά αποσυρμένα, «ανήμπορα» στο να αναπνεύσουν μακριά από τους γονείς τους. Κάπου εκεί βρίσκουμε βασικές ανάγκες αυτών των παιδιών να παραμελούνται, όπως την ανάγκη ανεξαρτησίας, αυτονομίας, πίστης στον εαυτό, προσωπικής και κοινωνικής εξέλιξης. Κάπου εκεί αναρωτιόμαστε, «ποιος είναι ο δρόμος που οδήγησε ένα παιδί στο να διστάζει να πει το όνομά του, να προσεγγίσει και να παίξει με τα άλλα παιδιά, να κοιμηθεί μόνο στο κρεβάτι του, να ανοίξει το κάγκελο του σχολείου με αυτοπεποίθηση, να αποχαιρετήσει τους γονείς του με χαμόγελο και να πιστέψει, να εμπιστευτεί τον εαυτό του»;

Σκοπός βέβαια, δεν είναι να ρίξουμε τα μπαλάκια της ευθύνης ολοκληρωτικά στους γονείς, οι οποίοι καθημερινά καταβάλλουν υπερπροσπάθειες εξαντλώντας κάθε μέσο ώστε να παρέχουν ό,τι καλύτερο στα παιδιά τους. Αλλά να επικοινωνήσουμε μαζί τους τη σημασία της ενίσχυσης της ανεξαρτησίας των παιδιών, την αναγκαιότητα να επιτρέψουν και να παροτρύνουν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία να εκμεταλλεύονται το χώρο τους, να εμπιστεύονται τον εαυτό τους, και σιγά σιγά να λειτουργούν αυτόνομα, γνωρίζοντας φυσικά ότι οι γονείς βρίσκονται δίπλα τους και όχι μπροστά τους.

«Ο ρόλος μου ως ψυχοθεραπευτής, που δεν διαφέρει κατά πολύ με αυτόν του γονιού, είναι να καταστήσω τον εαυτό μου τελικά άχρηστο για τους ασθενείς μου. Να τους βοηθήσω να γίνουν ο πατέρας και η μητέρα του εαυτού τους» (Yalom, 2003). Λόγια ενός ξεχωριστού ψυχιάτρου και λογοτέχνη στην επιστήμη της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής, που βρίσκουν έδαφος και στην περίπτωση του γονικού ρόλου…

*Κλινική/Σχολική Ψυχολόγος
Μέλος Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου
Επιστημονική Συνεργάτιδα, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου

Πηγή : paideia.news