STOA CULTURA ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ : Δρ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ- Η λογοτεχνία για μένα λειτουργεί ιαματικά.



Με αφορμή τα εγκαίνια της έκθεσης στην Άλωνα, στις 8 Αυγούστου, μιας όμορφης προσθήκης στην πολιτιστική ζωή του χωριού, ζήτησα από τον Δρ. Κυριάκο Ιωάννου να μοιραστεί μαζί μας σκέψεις για τον τόπο, τη λογοτεχνία και τη μεταξύ τους σχέση. Η Άλωνα κατέχει ξεχωριστή θέση στο έργο του, ιδιαίτερα μέσα από την έρευνά του γύρω από τη γνωστή φωτογραφία του Γιώργου Σεφέρη στο χωριό. Με τη βαθιά γνώση και την αγάπη του για τα γράμματα, ο Δρ. Ιωάννου μας ταξιδεύει από τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον Σεφέρη μέχρι τη σχέση των νέων με το βιβλίο και τη λογοτεχνία σήμερα. Μια συζήτηση για ανθρώπους, βιβλία και ιστορίες που αξίζει να κρατάμε ζωντανές.

Πριν από τον νεοελληνιστή και τον πανεπιστημιακό, υπάρχει ένας άνθρωπος που αγαπά τη λογοτεχνία. Πώς ξεκίνησε αυτή η σχέση και τι είναι αυτό που σας γοητεύει μέχρι σήμερα στη νεοελληνική λογοτεχνία;

Η λογοτεχνία αποτελεί το αντικείμενο μελέτης του νεοελληνιστή φιλολόγου. Ωστόσο, είναι προφανές ότι ακόμη και ο νεοελληνιστής φιλόλογος πρωτοξεκίνησε να διαβάζει λογοτεχνικά κείμενα με την ιδιότητα του απλού αναγνώστη. Η δική μου σχέση με τη λογοτεχνία είναι αδιάλειπτη και βαθύτατα αγαπητική. Θυμάμαι ότι, προτού τελειώσω το Δημοτικό, είχα διαβάσει αρκετά μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν, ενώ, κατά τα γυμνασιακά και λυκειακά μου χρόνια, είχα ήδη διαβάσει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συμπεριλαμβανομένου και του έργου του Βασίλη Μιχαηλίδη, με τον οποίο ασχολήθηκα στη διδακτορική διατριβή μου. Η λογοτεχνία για μένα, σήμερα, συνιστά μια από τις ποικίλες διαθλάσεις της πραγματικότητας, ίσως την πιο έντεχνη και, αισθητικά, την πιο άρτια· γι’ αυτό και το να ακουμπάω το στηθοσκόπιό μου πάνω στο σώμα της, να αφουγκράζομαι τον σφυγμό της και να προσπαθώ να «διαγνώσω» τα βαθύτερα νοήματά της καταυγάζει πρώτα και κύρια τα σπηλαιώδη βάθη του δικού μου υποσυνείδητου. Με άλλα λόγια: η λογοτεχνία για μένα λειτουργεί ιαματικά.

Ποια είναι η θέση της κυπριακής λογοτεχνίας στη νεοελληνική λογοτεχνία και πώς έχει αλλάξει η αντιμετώπισή της τα τελευταία χρόνια;

Αν παρομοιάζαμε την ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία με ένα μεγάλο δέντρο, θα λέγαμε ότι η κυπριακή λογοτεχνία αποτελεί ένα από τα πιο ανθισμένα και ανθεκτικά κλαδιά του δέντρου αυτού. Στο σημείο αυτό, όμως, θα ήταν καλό να αναφερθεί ότι, εξαιτίας της εμφιλοχώρησης της νεοκυπριακής ιδεολογίας στη λογοτεχνία της εντοπιότητας, ίσως θα ήταν προτιμότερο να δοθεί ένας άλλος ορισμός για την κυπριακή λογοτεχνία. Προσωπικά προτείνω και, εδώ και αρκετούς μήνες, χρησιμοποιώ τον όρο (Νεο)ελληνική λογοτεχνία/γραμματεία της Κύπρου. Από εκεί και πέρα, πρέπει να σημειωθεί ότι η λογοτεχνία που γράφεται στην Κύπρο είναι συχνά παραγνωρισμένη στον μητροπολιτικό ελληνισμό. Αυτό οφείλεται ασφαλώς στην κυπριακή διάλεκτο, η οποία δύσκολα μπορεί να γίνει καταληπτή από έναν ελληνόφωνο μεν αλλά μη γηγενή ομιλητή της. Έτσι, για να αναφέρουμε μια μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, τα διαλεκτικά ποιήματα «9η Ιουλίου», «Χιώτισσα» και «Ανεράδα» του Β. Μιχαηλίδη, μολονότι στην ίδια την Κύπρο βρίσκονται στο απόγειό τους, στην Ελλάδα, αν εξαιρέσει κανείς ορισμένες φωτεινές περιπτώσεις Ελλαδιτών μελετητών, είναι εντελώς άγνωστα. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, πάντως, οι Κύπριοι λογοτέχνες επιλέγουν συνήθως να εκδίδουν τα έργα τους σε ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, ενώ, όταν επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν την κυπριακή διάλεκτο, αυτό γίνεται με προσοχή και αρκετή φειδώ (π.χ. αραιή χρήση κυπριακών λέξεων εγκατεσπαρμένων σε λογοτεχνικά κείμενα που είναι συνθεμένα στην κοινή νεοελληνική, ή και με τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων στην κυπριακή διάλεκτο η οποία διαθέτει, όμως, ακρολεκτικά – και όχι βασιλεκτικά – χαρακτηριστικά).

 

Έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Τι είναι αυτό που κάνει το έργο του να παραμένει σημαντικό και επίκαιρο μέχρι σήμερα;

Με βάση τη βιβλιογραφία, ο Β. Μιχαηλίδης φαίνεται να είναι ο σημαντικότερος ποιητής της (νεο)ελληνικής λογοτεχνίας της Κύπρου, αν και, όπως έχω αναφέρει, εκτός Κύπρου εξακολουθεί εδώ και δεκαετίες να παραμένει σχεδόν άγνωστος, μια και η κυπριακή διάλεκτος, στην οποία είναι συνθεμένα τα εμβληματικότερα ποιήματά του, φαίνεται να αποτελεί σημαντική τροχοπέδη, με αποτέλεσμα, π.χ., ένας αθηναίος μελετητής/αναγνώστης να μην μπορεί να αντλήσει τους εύγευστους χυμούς των ιδιωματικών ποιημάτων του δημιουργού της «9ης Ιουλίου». Ωστόσο, όπως έχει δείξει η σύγχρονη έρευνα, ο Β. Μιχαηλίδης μπορεί να κοιτάξει στα μάτια κορυφαίους ομοτέχνους του, όπως οι Δ. Σολωμός, Κ. Παλαμάς, Κ. Π. Καβάφης και Γ. Σεφέρης, ακόμη και με ποιήματά του που είναι γραμμένα στην κοινή νεοελληνική. Για παράδειγμα, στην παρακάτω αντιβολή μπορεί κανείς να αξιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο γράφουν για τη γυναικεία ομορφιά, αρχικά ο Δ. Σολωμός και, στη συνέχεια, ο Β. Μιχαηλίδης:

 

Ο κόσμος ερωτεύτηκε

στα μάτια, στη φωνή σου,

τα μελετάει συχνότατα,

κι η αγγελική ψυχή σου

φωνή και μάτια εγύρισε

κατά τον ουρανό.

(Δ. Σολωμός, «Εις μοναχήν», στ. 37-42)

 

Εις την φωνήν τ’ αηδονιού ευρήκα την φωνή σου

και στην ασπράδα του χιονιού εκείνην της ψυχής σου·

στην χρυσωμένη ανατολή το χρώμα των μαλλιών σου

και στον γαλάζιον ουρανόν το χρώμα των ματιών σου·

στου φεγγαριού το ντροπαλό την είδα την ματιά σου

και στον βυθό της θάλασσας εκείνον της καρδιάς σου.

(Β. Μιχαηλίδης, «Μακράν σου», στ. 7-12)

Πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε την εποχή ενός συγγραφέα για να κατανοήσουμε το έργο του και τι μπορούν να προσφέρουν οι παλαιότεροι συγγραφείς στη σημερινή γενιά;

Η εποχή ενός συγγραφέα μπορεί πολλές φορές να αποκωδικοποιήσει τα λογοτεχνικά του συμφραζόμενα, κυρίως όταν αυτά είναι κρυπτικά, και, άρα, δυσερμήνευτα από έναν αναγνώστη. Ας μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι η εποχή κατά την οποία ένας συγγραφέας συνθέτει ένα λογοτεχνικό έργο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία του, ακόμη και όταν αυτό, ενδοκειμενικά, εντάσσεται σε μια άλλη, είτε προγενέστερη είτε μεταγενέστερη, εποχή. Όσον αφορά την προσφορά των παλιότερων συγγραφέων στη σημερινή γενιά, φρονώ ότι τα πράγματα είναι πλέον αρκετά δύσκολα, καθώς ο δεσμός ανάμεσα στην καλή λογοτεχνία και τη νέα γενιά έχει σε μεγάλο βαθμό διαρραγεί. Οι σημερινοί νέοι «έμαθαν» να διαβάζουν σύντομα και, συνήθως, μη λογοτεχνικά κείμενα, από τα οποία απουσιάζει εντελώς η αίσθηση της όσφρησης του χαρτιού και της διαδικασίας του «γυρίζω σελίδα», ακόμη και της τόσο ωφέλιμης συνήθειας του «κρατώ σημειώσεις στις ώες των σελίδων». Όλα αυτά, δυστυχώς, έχουν αντικατασταθεί από το «σκρολάρισμα» με ό,τι αυτό (κακό ή… κάκιστο) συνεπάγεται.

Η φωτογραφία που τράβηξε ο Γ. Σεφέρης στο χωριό Άλωνα της Κύπρου.

Στο βιβλίο σας «Η ελληνική φωτογραφία του Σεφέρη και της Άλωνας» ασχολείστε με τη γνωστή φωτογραφία που τράβηξε ο Σεφέρης στην Άλωνα. Τι σας οδήγησε να μελετήσετε συγκεκριμένα αυτή τη φωτογραφία και τι νέο ανακαλύψατε μέσα από την έρευνά σας;

Η γνωστή φωτογραφία που τράβηξε ο Γ. Σεφέρης στην Άλωνα, και η οποία απεικονίζει τρία παιδάκια και δύο ενωτικά συνθήματα στον τοίχο καφενείου του όμορφου αυτού χωριού, θεωρείται μία από τις δημοφιλέστερες – αν όχι η δημοφιλέστερη – φωτογραφίες του νομπελίστα ποιητή, καθώς, μέχρι σήμερα, συνεχίζει να αναδημοσιεύεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς, τόσο στο διαδίκτυο όσο και σε ποικίλα έντυπα. Εκείνο που είλκυσε, βέβαια, το ενδιαφέρον μου ήταν το σύνθημα «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες», το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις αναπαράγεται είτε μόνο του είτε αποτελώντας το κύριο μέρος σε – εθνικού/πατριωτικού περιεχομένου – εικόνες. Το ίδιο σύνθημα αναγράφεται ακόμη και σήμερα σε τοίχους, ενώ, προκειμένου να επιτονιστεί η ελληνικότητα του νησιού, προκρίνεται ως τίτλος σε βιβλία και άρθρα. Στο βιβλίο μου αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρομαι στην άφιξη του Γ. Σεφέρη στην Άλωνα και, κατόπιν, εστιάζω στη δημοφιλή αυτή φωτογραφία. Ειδικότερα, καταβάλλεται προσπάθεια να δοθούν πειστικές και τεκμηριωμένες απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: Ποια είναι τα τρία παιδάκια της φωτογραφίας; Ποια ήταν η χρήση της ξύλινης κατασκευής; Ποιος έγραψε τα δύο ενωτικά συνθήματα στον τοίχο και πότε; Ποια ήταν τα κίνητρα για τη γραφή των δύο αυτών συνθημάτων; Επίσης, επιχειρείται ένας περαιτέρω ερμηνευτικός σχολιασμός της φωτογραφίας, ο οποίος ρίχνει νέο φως σε ένα εντυπωσιακό διακειμενικό φάσμα, δηλ. σε «συνομιλίες» των δύο συνθημάτων με προηγούμενες γραμματειακές κ.ά. πηγές. Πρέπει να αναφερθεί, επίσης, ότι στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παρουσιάζονται είκοσι ανέκδοτα ποιήματα, συνθεμένα από είκοσι αξιόλογους δημιουργούς από την Κύπρο και την Ελλάδα. Τα ποιήματα αυτά εμπνέονται από τη σεφερική αυτή φωτογραφία.

Από αριστερά: Μανώλης Στεργιούλης, Θεοδόσης Πυλαρινός και ο ίδιος ο Δρ. Κυριάκος Ιωάννου. 

Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος της λογοτεχνικής κριτικής και των λογοτεχνικών φορέων, όπως ο Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, στη σύγχρονη λογοτεχνική ζωή της Κύπρου;

Απαντάω χωρίς δεύτερη σκέψη: η προβολή, η ανάδειξη και η προαγωγή της λογοτεχνίας. Ο Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, ο οποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων και πιο δραστήριων λογοτεχνικών σωματείων της Κύπρου και της Ελλάδας, μεριμνά καθημερινά, έτσι ώστε η (νεο)ελληνική λογοτεχνία της Κύπρου να μπορέσει να αποκτήσει ένα στέρεο βάθρο και να ατενίσει το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Σχετικά με τη λογοτεχνική κριτική που γράφεται στην Κύπρο, είτε πρόκειται για βιβλιοκρισίες είτε για μη αυτοτελή ή και για βιβλιόμορφα κείμενα, αυτή είναι κυρίως δοκιμιακού χαρακτήρα. Κατά τη γνώμη μου, απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό τόσο η πανεπιστημιακή κριτική όσο και οι μονογραφίες, δηλ. οι μελέτες που αναφέρονται εξαντλητικά σε ένα θέμα (με υποσημειώσεις, βιβλιογραφία, σωστή χρήση της γλώσσας, κτλ.).

Πιστεύετε ότι οι νέοι σήμερα βρίσκονται κοντά στη λογοτεχνία; Τι θα θέλατε να αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο τη γνωρίζουν και τη διδάσκονται;

Δυστυχώς όχι. Οι νέοι μας έχουν απομακρυνθεί από τη λογοτεχνία. Τα ενδιαφέροντά τους είναι διαφορετικά. Βέβαια, από την άλλη, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι η λογοτεχνία, σε όλες τις εποχές, αφορούσε τους λίγους, και, συνεπώς, ουδέποτε υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής. Η άποψη αυτή, αν και φαίνεται να ισχύει σε κάποιο βαθμό, δεν μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά, διότι, αντικειμενικά ομιλούντες, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, η σχέση των νέων με τη λογοτεχνία έχει διολισθήσει στο ναδίρ. Η λύση φαίνεται να βρίσκεται στα σχολεία. Ειδικότερα, αν ο λεγόμενος σχολικός λογοτεχνικός κανόνας προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, η επιστροφή των νέων στη λογοτεχνία δεν θα έμοιαζε με όνειρο θερινής νυκτός. Ωστόσο, για να αλλάξει ο σχολικός λογοτεχνικός κανόνας, πρέπει να γίνουν πολλά.

Ποια είναι η θέση της Κύπρου στον σύγχρονο ελληνικό λογοτεχνικό χάρτη και τι σας κάνει να αισιοδοξείτε για το μέλλον της κυπριακής λογοτεχνίας;

 Η Κύπρος και η λογοτεχνία της αποτελούν, όπως έχει σημειωθεί, αναπόσπαστο κομμάτι της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αδικείται η Κύπρος και η λογοτεχνία της; Θα έλεγα ναι. Τι πρέπει να γίνει; Μια λύση είναι να ανέβει το επίπεδο όχι των κύπριων λογοτεχνών, καθώς αυτοί στέκονται ήδη σε ένα υψηλό κορφοβούνι, αλλά των επικονιαστών τους, δηλ. αυτών που θα μεταφέρουν την κυπριώτικη λογοτεχνική γύρη στον υπόλοιπο ελληνισμό. Πρέπει, επίσης, το κυπριακό κράτος, το Πανεπιστήμιο Κύπρου, αλλά και άλλοι φορείς, να νοιαστούν περισσότερο για τη λογοτεχνία μας. Νομίζω ότι έφτασε η ώρα να δούμε σοβαρά την προώθηση μιας άξιας κυπριακής υποψηφιότητας για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μια τέτοια διάκριση, ναι, θα μπορούσε να ανεβάσει τη (νεο)ελληνική λογοτεχνία της Κύπρου σε περίοπτη θέση, αλλά και να παρακινήσει πολλούς συμπατριώτες μας να ασχοληθούν τόσο με τη λογοτεχνία όσο και με τη λογοτεχνική κριτική. Γενικά, πάντως, όσον αφορά τη σχέση της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας της Κύπρου θα ανέμενε κανείς μια πιο ακριβοδίκαιη ενιαιόητα.

Ο Δρ. Κυριάκος Ιωάννου με τον γιό του. 

 Ποιο είναι το επόμενο ερευνητικό ή συγγραφικό σας βήμα;

 Στα επόμενα συγγραφικά βήματά μου συγκαταλέγονται η ολοκλήρωση της φιλολογικής έκδοσης των Ευρισκομένων του Β. Μιχαηλίδη και η σύνταξη ενός λεξικού της σύγχρονης κυπριακής διαλέκτου. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη διάφορες άλλες συγγραφικές και εκδοτικές «υποχρεώσεις», οι οποίες εξακολουθούν να μου προσφέρουν μεγάλη χαρά.

 

Η χρήση των φωτογραφιών του Δρ. Κυριάκου Ιωάννου στο παρόν άρθρο πραγματοποιείται κατόπιν συναίνεσής του.

 

 

Μαριλένα Αχιλλέως
@achilleos_marilena
@stoa_cultura