ΠΡΕΜΙΕΡΑ: Κέρδισε δωρεάν προσκλήσεις για την πρεμιέρα της ταινίας The Hitman’s Wife’s Bodyguard



Tο music.net.cy σας δίνει την ευκαιρία να δείτε πρώτοι και ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ την πρεμιέρα της  ταινίας The Hitman’s Wife’s Bodyguard / Ο Σωματοφύλακας της Γυναίκας του Εκτελεστή την Τετάρτη 16/3/2022 και ώρα 19:00 στο βράδυ στον κινηματογράφο K Cineplex στην Έγκωμη, Λευκωσία.

Η ταινία ειναι κατάλληλη για άτομα άνω των 18 ετών. Δεν θα επιτραπεί η είσοδος σε άτομα κάτω απο αυτη την ηλικία έστω και αν συνοδεύονται απο ενήλικες.

ΒΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΗΡΩΣΗ

  1. Κάνε LIKE το page music.net.cy  στο FACEBOOK 

  2. Κάνε FOLLOW το προφιλ Angelos Iacovides στο Instagram 

  3. ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ share το post  του διαγωνισμού

  4. συμπλήρωσε τα στοιχεία σου ΠΙΟ ΚΑΤΩ και λάβε μέρος στην κλήρωση για ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ. Εχουμε για εσάς 150 προσκλήσεις για Λευκωσία

 

Οι πολυκινηματογράφοι K CINEPLEX έχουν εφαρμόσει όλα τα επίσημα κυβερνητικά πρωτόκολλα όσον αφορά το Covid-19, καθώς προτεραιότητα μας είναι η υγεία και η ασφάλεια των επισκεπτών και των πελατών μας. Δείτε την σχετική ανακοίνωση αν μπορείτε να παρακολουθήσετε την πρεμιερα μας

Ο Σωματοφύλακας της Γυναίκας του ΕκτελεστήThe Hitmans Wifes Bodyguard


17 Μαρτίου στους κινηματογράφους από την ODEON

«Σατιρίζει επιτυχημένα τις ιστορίες με κατασκόπους και εκτελεστές, ενώ χρησιμοποιεί τη γοητεία τριών από τους πιο αγαπημένους σταρ του Χόλιγουντ.»

Carla Renata, rogerebert.com

Λίγα λόγια για την ταινία

Το πιο θανάσιμο και παράξενο δίδυμο του κόσμου – ο σωματοφύλακας Μάικλ Μπράις και ο εκτελεστής Ντάριους Κινκέιντ – επιστρέφουν σε μια ακόμα ριψοκίνδυνη αποστολή. Δίχως άδεια και υπό επιτήρηση, ο Μπράις αναγκάζεται από την ασταθή γυναίκα του Ντάριους, την διαβόητη διεθνούς φήμης απατεώνισσα Σόνια Κινκέιντ, να επανέλθει στην ενεργό δράση. Καθώς οδηγείται εκτός ορίων από τους δύο προστατευόμενους του, οι τρεις τους εμπλέκονται σε μια παγκόσμια συνομωσία και σύντομα θα βρεθούν ανάμεσα στην Ευρώπη και ένα εκδικητικό και παντοδύναμο εχθρό.

 

Σχετικά με την παραγωγή

Η ανεξέλεγκτη και εκρηκτική κωμωδία δράσης, «Ο Σωματοφύλακας της Γυναίκας του Εκτελεστή», φέρνει ακόμα περισσότερο πόνο και οργή στον Μάικλ Μπράις.  Η ζωή του έχει καταστραφεί και το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι νέα μπερδέματα με τον άνθρωπο που του προκάλεσε όλα τα προβλήματα. Ωστόσο, η μοίρα έχει άλλα σχέδια και ο εκτελεστής Ντάριους Κινκέιντ -έχοντας αυτή τη φορά στο πλάι του την απολαυστικά παλαβή, αν όχι βίαιη, μεξικανή σύζυγό του, Σόνια- τον οδηγεί για ακόμη μια φορά στον κίνδυνο και την αναρχία, ταξιδεύοντας στην Ιταλία.

Υποχρεωμένοι να σώσουν την Ευρώπη από έναν πλούσιο και ισχυρό φανατικό με υπερ-αναπτυγμένη την αίσθηση εθνικής υπερηφάνειας και μια επικίνδυνη ανάγκη για προσωπική εκδίκηση, συναντάνε εκρηκτικές βαλίτσες, ιταλικές μαφίες, Ρώσσους μαφιόζους, κυνηγητά με αυτοκίνητα, καυγάδες σε μπαρ, εκρήξεις, πολύ πιστολίδι, ελαφρά βασανιστήρια και ένα γενικότερο πανδαιμόνιο. Σα να μην έφταναν αυτά, ο Μπράις υποχρεώνεται να αντιμετωπίσει το οικογενειακό του παρελθόν τη στιγμή που παρακολουθεί την παθιασμένη προσπάθεια των Κινκέιντ να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια.

Για τον σκηνοθέτη, Πάτρικ Χιούζ, η πρώτη ιδέα αυτού που θα εξελισσόταν στο «Ο Σωματοφύλακας της Γυναίκας του Εκτελεστή» προέκυψε κατά τη διάρκεια του μοντάζ της πρώτης ταινίας με την εισπρακτική επιτυχία της να πείθει εκείνον και την Millenium Media για την πιθανότητα ενός σίκουελ. «Δεν μπορούσα παρά να αναρωτηθώ τι συνέβη στον Μάικλ Μπράις ύστερα από το ταξίδι του με τον Κινκέιντ – μου φαινόταν βέβαιο πως θα κατέληγε σε ψυχοθεραπεία. Ο Κινκέιντ έμοιαζε με αυτή την τόσο αυταρχική και αποδοκιμαστική πατρική φιγούρα -και ο Μπράις έχει μεγάλα ζητήματα επιβεβαίωσης- οπότε υπήρχε προοπτική για εξερεύνηση της οικογενειακής δυναμικής».

Και σε αυτή τη δυναμική προστέθηκε η ελαφρώς τρομακτική, αλλά διασκεδαστική Σόνια Κινκέιντ ως μητρική φιγούρα. Ανάμεσα στα ξεσπάσματα ακραίας μανίας, φέρνει την ειρήνη ανάμεσα στον Μπράις και τον Κινκέιντ και τους βοηθά να μάθουν πως η οικογένεια δεν βρίσκεται πάντα εκεί που την ψάχνεις.

O Χιουζ είχε θέσει έναν κανόνα για το σενάριο, «Ο καημένος ο Ράιαν περνάει το απόλυτο μαρτύριο, ο Μάικλ Μπράις βασανίζεται ό, τι κι αν κάνει. Τίποτα δεν πάει όπως το θέλει, και αυτός ήταν ο κανόνας όσο έγραφα το σενάριο. Αν η πρώτη ταινία τον έστειλε για ψυχοθεραπεία, η δεύτερη θα τον στείλει στο νοσοκομείο, ήθελα να τον πατήσει αυτοκίνητο, να χτυπηθεί από βάρκα, να δεχθεί μπουνιά στη μούρη, να πυροβοληθεί, να μαχαιρωθεί, να καεί και να πνιγεί».

Ο Ράιαν Ρέινολντς σχολιάζει, «Είναι λες και το πρόσωπό μου έκανε σεξ με μηχανή του γκαζόν! Σχεδόν σε κάθε σκηνή μού συμβαίνει κάτι απαίσιο!».

Βέβαια, ο Χιουζ ορκίζεται πως μόνο θαυμασμό νιώθει για τον Ρέινολντς και συμπληρώνει γελώντας, «Ο Ράιαν Ρέινολντς έχει όλο το πακέτο – είναι υπερταλαντούχος, πανέμορφος – και γίναμε φίλοι δουλεύοντας στην πρώτη ταινία. Αλλά αγαπώ κάθε σταντ που τραυματίζει τον Ράιαν, δεν ξέρω γιατί. Απαγορεύεται να χτυπήσεις κάποιον άνθρωπο στην πραγματική ζωή, γιατί είναι λάθος, αλλά όπως φαίνεται όταν κάνεις ταινία, απλά το βάζεις στο σενάριο και μπορείς να τους χτυπήσεις με ένα αυτοκίνητο…».

Απ’ τη μεριά του, ο Ρέινολντς δεν ενοχλείται από τις ζημιές, αντιλαμβάνοντάς τες όλες σαν μέρος της διασκέδασης, «Το χιούμορ και ο παραλογισμός είναι ο συνδετικός κρίκος της ταινίας και προσωπικά το αγάπησα και το αγκάλιασα αυτό – λατρεύω να γελάω με τον εαυτό μου. Οι ταινίες είναι ένας σπουδαίος τρόπος να δραπετεύσεις. Είμαι εξαιρετικά άνετος με αυτό το είδος του κόσμου και είμαι τυχερός που μπορώ να το κάνω».

Οι συνεχιζόμενες κωμικές λογομαχίες μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών είναι κλειδί στην πλοκή και, όπως οι περισσότεροι διάλογοι, ήταν αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού. Ο Ρέινολντς αναφέρει για τη συνεργασία του με τον Σαμ,  «απλώς εμφανιζόμαστε και κάνουμε τα δικά μας».

Ο Σάμιουελ Λ. Τζάκσον προσθέτει, «Κατανοούμε τι είναι η κωμωδία, τι είναι το χιούμορ. Και οι δύο ξέρουμε τι θέλουμε να δούμε τους εαυτούς μας να κάνουν επί της οθόνης. Ο Ράιαν κι εγώ έχουμε απέναντί μας το σωστό άτομο, κάποιον με τη σωστή ευαισθησία και τον κατάλληλο συγχρονισμό, την κωμική κατανόηση του τι προσπαθούμε να κάνουμε. Και ναι, συμβαίνουν σοβαρά πράγματα, αλλά θες το κοινό να απολαύσει την ταινία, να την αισθανθεί και να συσχετισθεί μαζί της πραγματικά. Οι άντρες προσπαθούν να κάνουν τους εαυτούς τους πιο σκληρούς απ’ ότι είναι, κάτι που κατανοούμε και οι δύο πώς να το κάνουμε να δουλέψει υπέρ μας –  δεν φοβόμαστε να σπάσουμε πλάκα με τους εαυτούς μας».

To πρωταγωνιστικό δίδυμο συμπληρώνει η Σάλμα Χάγιεκ.
H Σόνια είναι μια αδιάντροπα σέξι γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας και η Χάγιεκ ελπίζει να αποδείξει πως οι δυνατές γυναίκες μπορούν να είναι γοητευτικές σε κάθε ηλικία. Αναμφίβολα σκληρή, η εκτόξευση περιγραφικών βρισιών κάνει ακόμα και τον άντρα της να κοκκινίζει. Ωστόσο, είναι συναισθηματικά περίπλοκη και, ενώ συχνά αφήνει στο πέρασμά της θάνατο και καταστροφή, το μητρικό της ένστικτό για παιδί και οικογένεια είναι ισχυρό. Η Χάγιεκ λέει, «Αγαπώ τον χαρακτήρα μου τόσο πολύ! Είμαι τόσο περήφανη που την δημιούργησα – είναι τρελή, αλλά όχι τυχαία τρελή. Ήμουν πολύ συγκεκριμένη στις επιλογές που έκανα. Είναι γεμάτη αντιφάσεις, αλλά είχα τη δική μου βίβλο για το πώς σκέφτεται και αυτές οι αντιφάσεις έβγαζαν νόημα σε εμένα. Ένα πράγμα που αγαπώ σε εκείνη είναι ο τρόπος σκέψης της – είναι περίεργος, αλλά είναι συνεπής μέσα στην παραδοξότητά του. Είναι τόσο διασκεδαστικό να την ερμηνεύω και είμαι πολύ χαρούμενη που ο Πάτρικ με εμπιστεύτηκε».

Επίσης, η συνεργασία με τους συμπρωταγωνιστές της ήταν μια εξαιρετική εμπειρία για την Χάγιεκ. «Ο Σαμ κι εγώ δέσαμε αμέσως. Έχουμε σπουδαία, σπουδαία χημεία με εξαιρετική ενέργεια και κατανόηση για τον άλλον, αγαπώ την ιστορία του Ντάριους και της Σόνια. Είναι μια ιστορία για τη διατήρηση της αγάπης, όχι απλά για το ξεκίνημά της και αυτό το βρίσκω ανανεωτικό ειδικά για μια ταινία περιπέτειας. Δεν μοιραζόμουν σκηνές με τον Ράιαν στην πρώτη ταινία, οπότε ήταν τόσο ευχάριστο και αυτοσχεδιάσαμε αρκετά. Σέβομαι τόσο πολύ το ταλέντο του Ράιαν και του Σαμ, έμαθα πολλά απ’ αυτούς και έμαθα πολλά για εμένα δουλεύοντας μαζί τους, οπότε θα θυμάμαι για πάντα αυτή τη ταινία χάρη σε εκείνους».

 

Φίλοι ή Εχθροί

Ο Πάτρικ Χιούζ διασκέδασε τρομερά με το κάστινγκ της ταινίας και λέει, «Πιστεύω πως αν μπορέσεις να βρεις ένα τρομερό καστ για τους σχετικά μικρότερους ρόλους, επιτρέπεις στο κοινό να βιώσουν πολλά περισσότερα». Και στόχευσε υψηλά με μεγάλη επιτυχία.

Πάντα ήθελε τον Αντόνιο Μπαντέρας στο ρόλο του αρχι-κακού, του Έλληνα δισεκατομμυριούχου Αριστοτέλη Παπαδόπουλου, και ο Μπαντέρας δέχτηκε με ευχαρίστηση. «Μου αρέσει η ιδέα να κάνω κωμωδία και μ’ αρέσει η ιδέα να κάνω κακούς, γιατί αυτοί οι τύποι μπορούν να κάνουν κυριολεκτικά τα πάντα. Ειδικά αν ο χαρακτήρας είναι κοινωνιοπαθής, όπως αυτός. Ο Παπαδόπουλος είναι σαν μια ακροδεξιά μεταφορά για κάθε έναν στην Ευρώπη που αντιτίθεται στην ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάχεται για τα δικαιώματα των Ελλήνων, αλλά δε νομίζω πως στην πραγματική ζωή θα ήθελαν κάποιον αντιπρόσωπο σαν κι εκείνον. Στην τελική, ο χαρακτήρας παλεύει μόνο για τον εαυτό του, αλλά μαθαίνουμε πως κάποτε ήταν καλύτερος άνθρωπος. Τώρα είναι ένας πολύ πικρόχολος, πολύ κακός τύπος».

Ο Μπαντέρας αποκαλύπτει, «Αρχικά, προόριζα να ερμηνεύσω τον χαρακτήρα μου πολύ πιο κωμικά, αλλά στο σετ άρχιζε να γίνεται πραγματικά επικίνδυνος και απειλητικός, οπότε συνειδητοποίησα πως ήταν αυτό που χρειαζόταν. Έχει όλη αυτή τη δύναμη, την εξυπνάδα, τα χρήματα κα τον στρατό των μοχθηρών ακολούθων. Και υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι σαν κι αυτόν».

Μετά υπάρχει κι ο πατέρας του Μάικλ Μπράις, ο άντρας στον οποίον πασχίζει να μοιάσει ο Μπράις – και βασική πηγή των ανασφαλειών του. Ο Μόργκαν Φρίμαν είναι ο Μπράις ο πρεσβύτερος, ο περίφημος σεβάσμιος σωματοφύλακας, αν και σύντομα αποκαλύπτεται πως είναι λιγότερο προστατευτικός και ευγενής από όσο φαίνεται. Η σχέση του με τον γιο του είναι απαιτητική, χειριστική και όχι απόλυτα ειλικρινής. Αλλά στον Φρίμαν αρέσει ο Μπράις ο πρεσβύτερος, «Θαυμάζω κάθε επιτυχημένο άνθρωπο, ανεξαρτήτως του τι κάνει και είναι δύσκολο να παίξεις έναν χαρακτήρα που δεν σ’ αρέσει».

Αρχικά, ο ηθοποιός ενδιαφέρθηκε για την ταινία για την ευκαιρία να παίξει μαζί με τους πρωταγωνιστές, «Ο Σαμ είναι φαινομενικός! Δουλέψαμε μαζί στη Νέα Υόρκη πίσω στη δεκαετία του ’80 όταν ήμουν παιδί και δεν έχουμε ξαναδουλέψει έκτοτε. Έχω δει σχεδόν κάθε του ταινία –  είναι πάντοτε τόσο πιστευτός ανεξαρτήτως της συνθήκης που τον βλέπεις. Δεν ήξερα τον Ράιαν πέρα από τις δουλειές του και αυτό μου αρκούσε. Είναι τόσο ήρεμος, χαλαρός και δοτικός στο σετ και αυτό είναι που ξεχωρίζει τους καλούς ηθοποιούς. Και η Σάλμα; Λοιπόν, απολαμβάνω να συνεργάζομαι με οποιονδήποτε ηθοποιό περνάει καλά δουλεύοντας και μπορείς να το δεις πως εκείνη πέρασε καλά».

Ο μόνος καλός που γνωρίζει τι συμβαίνει πραγματικά είναι ο πράκτορας της Ιντερπόλ, Ο’Nηλ, που ερμηνεύει ο Φρανκ Γκρίλο. Ο Ο’Nηλ είναι σχεδόν ασταμάτητα μουτρωμένος, γεμάτος αγανάκτηση και σαρκασμό, απολαμβάνοντας να ενοχλεί τον κόσμο. Ο Γκρίλλο λέει, «Τον ερμηνεύω με ένταση, σχεδόν πάντοτε ουρλιάζει. Είναι στριμμένος, μισεί την Ευρώπη, αλλά έχει κολλήσει εκεί. Θα κάνει ό, τι χρειαστεί για να πάει σπίτι το συντομότερο δυνατόν». Και αυτό συμπεριλαμβάνει αρκετό σπάσιμο κανόνων που εξοργίζει το αφεντικό του, τον Κρόουλι.

Ο ηθοποιός συνεχίζει, «Αυτό που μ’ αρέσει στον Ο’Νηλ είναι πόσο αμετανόητος παραμένει, και παρά την ωμότητα και τις άγριες φωνές του έχει μια μαλακή πλευρά, έχει ευαισθησίες που τον κάνουν κάπως συμπαθή. Έχει πολύ πλάκα να τον ερμηνεύεις γιατί μου αρέσει να παίζω σοβαρούς τύπους που περιτριγυρίζονται από ανόητες καταστάσεις.

 

Στοιχεία για την ταινία:

Σκηνοθεσία Πάτρικ Χιούζ
Σενάριο Τομ Ο’κόνορ
Παραγωγή Λες Ουέλντον, Μάθιου Τζέιμς  Ο’τουλ,  Άβι Λέρνερ,

Τρέβορ Σόρτ, Μποζ Ντάβιντσον, Τζέφρι Γκρινστάιν,

Τζόναθαν Γιούνγκερ

Ηθοποιοί Ράιν Ρέινολτς, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Σάλμα Χάγιεκ,  Αντόνιο Μπαντέρας, Μόργκαν Φρίμαν, Φρανκ Γκρίλλο,  Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ
Φωτογραφία Τέρι Στέισι
Μοντάζ Τζακ Χάτσινγκς, Μάικλ Τζ. Ντούθι
Μουσική Άτλι Έρβαρσον
Διάρκεια  100’
Διανομή ΟDEON
Είδος Κωμωδία, Δράση