Κόστα Ρίκα: Ένα κομμάτι Pura Vida







“Κάτσε κόρη μου τζιαμέ που είσαι! Πού εννα σηκωθείς να πάεις.. Εν τζιαι η Κύπρος καλή! Πήαινε δαμέ κοντά.. Διερωτούμαι τι εννα καταλάβεις αν πάεις.. Έννεν ακριβά; …” Αυτές ήταν κάποιες –ενδεχομένως, γνώριμες– εκφράσεις από φίλους, γνωστούς και συγγενείς.. Ευτυχώς, όχι από όλους! Θυμάμαι να θέλω να ταξιδέψω στην Κόστα Ρίκα από τότε που άρχισα να ταξιδεύω μόνη μου, να γνωρίζω κουλτούρες και ανθρώπους [στην Ευρώπη και όχι μόνο], να μαθαίνω τον κόσμο γύρω μου, να αφιερώνω χρόνο στο να γνωρίσω τον εαυτό μου, στο να κάνω πράξη τα θέλω και τις επιθυμίες μου. Για τουλάχιστον οχτώ χρόνια, ήθελα να έρθω σε επαφή με αυτό το κομμάτι του κόσμου, το τόσο εξωτικό..  Ίσως επειδή φάνταζε τόσο μακρινός και άπιαστος προορισμός, να το ήθελα ακόμα πιο πολύ, με τον φόβο ίσως, ότι δε θα τα κατάφερνα ποτέ. Αλλά τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Γιατί όπως μου είπε και ένας φίλος: “Τα όνειρα μπορούν να πραγματοποιηθούν, αρκεί να το τολμήσουμε”.

Και να ’μαι, λίγο μετά τα μέσα Ιουλίου του 2019, να φτιάχνω βαλίτσα!! Και μαζί με τα ρούχα μου να πακετάρω και τον απέραντο ενθουσιασμό μου, τις ιδέες μου, πράγματα από τον τόπο μου, μια ακατανίκητη δίψα για καινούριες εμπειρίες και λίγο φόβο για το άγνωστο. Τέσσερις πτήσεις, τέσσερις πόλεις! Είκοσι ώρες και κάτι στους αιθέρες, δέκα στα αεροδρόμια.. Και πολλές ακόμα ώρες που αφιέρωσα τους προηγούμενους μήνες, ψάχνοντας πληροφορίες για τη χώρα και το σχολείο όπου θα έκανα εθελοντική εργασία, ετοιμάζοντας υλικό και δραστηριότητες για τα παιδιά, κάνοντας τα απαραίτητα εμβόλια, ρωτώντας για φάρμακα που ενδεχομένως να χρειαζόμουν, και τόσες άλλες, μικρές και μεγάλες προετοιμασίες…

Φτάνω, λοιπόν, σε μια χώρα όπου δε γνωρίζουν καν την ύπαρξη της δικής μου. Δε θυμάμαι να πήγα οπουδήποτε στην Κόστα Ρίκα και να μη με ρωτήσουν πού βρίσκεται η Κύπρος – σε ποια ήπειρο του κόσμου, τι γλώσσα μιλάμε και πώς εγώ βρέθηκα στη χώρα τους από έναν τόσο μακρινό τόπο!  Τα ισπανικά μου, πολύτιμο φυλαχτό, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Όλες τις μέρες, όλες τις ώρες, όλα τα λεπτά. Για να συνεννοηθώ, για να επικοινωνήσω, για να εκφραστώ. Και μολονότι οι Κοσταρικανοί έχουν μια ιδιαίτερη, “τραγουδιστή” προφορά και χρησιμοποιούν δικές τους λέξεις και φράσεις που δεν τις ακούς σε άλλα ισπανόφωνα μέρη της γης (¡Qué chivo!, ¡Con mucho gusto!, ¿Me regalas un segundo?, ¡Qué Dios te acompañe!), ένιωσα αμέσως οικεία, σαν κάτι να με συνέδεε με αυτό τον τόπο από πριν. Η χώρα, απλά ΜΑΓΙΚΗ… Εξωτική, αλλιώτικη… Με ψεγάδια, αλλά πανέμορφη… Με πολύχρωμες εικόνες, έντονα αρώματα, γεύσεις διαφορετικές…

Στην Κόστα Ρίκα η εγκληματικότητα είναι λιγοστή. Από το 1949, η χώρα έχει επιλέξει να μην έχει τις “κλασικές” ένοπλες δυνάμεις, παρά μόνο μία πολιτοφυλακή και μία μονάδα δράσης. Αυτός ήταν και ένας από τους πολλούς λόγους που ήθελα να την επισκεφτώ. Και είναι πράγματι, μια χώρα ασφαλής σε σχέση με άλλες χώρες που βρίσκονται σε αυτή την πλευρά της γης. Δεν παύει, ωστόσο, να έχει και ζώνες υψηλού κινδύνου (zonas rojas όπως τις λένε, κυρίως στην πρωτεύουσα, το Σαν Χοσέ), στις οποίες δεν πατάς το πόδι σου ακόμα κι όταν είναι δώδεκα το μεσημέρι..!

Οι Κοσταρικανοί είναι στην πλειοψηφία τους απλοί και όμορφοι άνθρωποι. Έτοιμοι να σε βοηθήσουν, να σε προστατέψουν, να σε καθοδηγήσουν. Η καθημερινότητά τους, απλή. Όμορφη για τους “έξω”, δύσκολη για τους ίδιους. Οι μισθοί χαμηλοί, η χώρα ακριβή, τα ενοίκια υψηλά, όπως και το κόστος ζωής συγκριτικά. Παιδιά και έφηβοι, μικροί και μεγάλοι, βρίσκονται στον αγώνα της επιβίωσης. Ασχολούνται κυρίως με χειρωνακτικές εργασίες, δουλεύουν σε φυτείες καφέ, κάνουν γεωργικές και κτηνοτροφικές δουλειές. Μάλιστα, πουλούν τα δικά τους προϊόντα και φρούτα στο εμπόριο, ακόμα και καταμεσής του δρόμου ή μέσα στα λεωφορεία! Υπάρχουν εκατοντάδες αγορές και μαγαζάκια με χειροποίητα προϊόντα, που αξίζει να επισκεφτεί κανείς και μια και δυο και χίλιες δυο φορές, γιατί κάθε φορά θα δει και κάτι άλλο. Εκεί πουλούν από καφέ μέχρι αιώρες και από φρούτα μέχρι ψάρια και θαλασσινά. Οι Κοσταρικανοί δουλεύουν ώρες ατέλειωτες για μισθούς πολύ χαμηλούς. Αλλά η ευτυχία είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Κι όταν λένε Pura Vida, το λένε και το εννοούν, το νιώθουν και το εύχονται με την ψυχή τους.

Γιατί Pura Vida δεν είναι απλά ένα τουριστικό σλόγκαν γραμμένο σε μπλουζάκια και σουβενίρ. Είναι στάση ζωής. Η δική τους γνήσια, άδολη, γλυκιά ζωή. Είναι ο τρόπος που έχουν επιλέξει να βιώνουν τη ζωή τους, την αγνή και αληθινή ζωή που έχουν και που εύχονται να έχει ο κάθε άνθρωπος. Αυτή τη στάση ζωής την ένιωσα από πρώτο χέρι όταν αντάμωνα κάποιον για πρώτη φορά, όταν συναναστρεφόμουν με τους ντόπιους στην αγορά, όταν ρωτούσα για κάτι έναν άγνωστο στον δρόμο, όταν αποχαιρετούσα ανθρώπους που γνώρισα κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί, όπως την Αντρέα και τον Αντριάν, την Κάρλα και τον Τζόσουα, τον Σέρχιο και τη Φερνάντα.(φωτογραφία κάτω)  Οι Κοσταρικανοί είναι φιλόξενοι και αληθινοί και εκπέμπουν θετική αύρα με την πρώτη ματιά. Συνήθως, όταν γνωρίσουν κάποιον, δίνουν είτε ένα φιλί στο δεξί μάγουλο είτε μια αγκαλιά.

Στο σχολείο “Little Genius Academy” που βρίσκεται στην Αλαχουέλα (Alajuela), έκανα εθελοντική εργασία 25 ώρες την εβδομάδα. Εκεί γνώρισα την  Αράντσια από την Ισπανία και τη Μέλανη και τη Σέλια από την Ελβετία, με τις οποίες κρατούμε επαφή μέχρι και σήμερα. Με την Αράντσια (φωτογραφία κάτω) συγκατοικήσαμε για τέσσερις βδομάδες. Τις δύο βδομάδες, μείναμε σε ένα μικρό δωμάτιο, δίπλα από την κουζίνα του σχολείου. Τις μέρες που δε δουλεύαμε (αφού ήταν έτσι κι αλλιώς αδύνατο να κοιμηθούμε μετά τις 6 το πρωί, με τη φασαρία που επικρατούσε στο σχολείο και την ανύπαρκτη ηχομόνωση), είχαμε κάνει συμφωνία με τη διευθύντρια να δουλεύουμε τρεις “γεμάτες” μέρες κάθε βδομάδα, από τις 8 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα, για να έχουμε “το ελεύθερο” τις υπόλοιπες. Κάτι που εκτιμήσαμε ιδιαίτερα, μιας και μπορέσαμε να εξερευνήσουμε τη χώρα όσο περισσότερο γινόταν.

Τις άλλες δύο βδομάδες, το δωμάτιο του σχολείου δεν ήταν διαθέσιμο. Έτσι, κοιμόμασταν στο γειτονικό σπίτι μιας Κοσταρικανής γυναίκας, της Τζένη, που μας υποδέχτηκε με αυθεντική αγάπη και φιλοξενία και μας έβαζε τραγούδια από τον αγαπημένο της ραδιοφωνικό σταθμό “Bachatón Radio”. Η Τζένη ανησυχούσε όταν της λέγαμε ότι θα βγαίναμε για χορό ή ότι θα πηγαίναμε για βόλτα και δεν έχανε ευκαιρία να μας λέει ιστορίες από τα παλιά για να έχουμε πάντοτε την έγνοια στις μετακινήσεις μας. Κάθε φορά που τη θυμάμαι να μας τονίζει, με τη δική της ξεχωριστή προφορά, να μην ξεχάσουμε να κλειδώσουμε όλες τις πόρτες του σπιτιού και με τα 7 κλειδιά, χαμογελώ! Την πρώτη φορά που μας έδωσε τη χούφτα με τα κλειδιά, κρυφογελούσαμε με την Αράντσια, παρόλο που καταλαβαίναμε την αγωνία της, αφού μας συμπεριφερόταν σαν πραγματική θεία ή γιαγιά μας, που ήθελε να μας προστατέψει από κάθε λογής κακό!

Στο σχολείο απόλαυσα στο έπακρο τις μέρες που πέρασα με τα μικρά του νηπιαγωγείου και των πρώτων τάξεων του δημοτικού. Με τα κλάματα και τα γέλια τους, την αθωότητα και τις σκανταλιές τους. Τους έδειξα στον χάρτη την Κύπρο, διαβάσαμε παραδοσιακά παραμύθια από τον τόπο μου, τους έλυσα απορίες που είχαν για το νησί μου, παίξαμε μαζί διαδραστικά παιχνίδια στα αγγλικά και στα ελληνικά, μου έμαθαν ισπανόφωνες φράσεις που δεν είχα ξανακούσει! Το καλύτερο, όμως, ήταν όταν χορέψαμε Ζούμπα για τη Μέρα της Μητέρας παρέα με τις μαμάδες των παιδιών, που στην Κόστα Ρίκα γιορτάζεται τον Δεκαπενταύγουστο και είναι μεγάλη γιορτή για όλη τη χώρα. Όμορφες στιγμές, ανεκτίμητες αναμνήσεις.. Κάτι, ακόμα, που δε θα ξεχάσω, είναι την αγκαλιά που μου έδωσε η οκτάχρονη Γιουλιάνα λίγο πριν την αποχαιρετήσω και το σχέδιο που μου χάρισε. (φωτογραφία κάτω).

Η μετακίνηση στην Κόστα Ρίκα ήταν δύσκολη και πολύωρη. Δεν είχαμε αυτοκίνητο, κάτι που δυσκόλεψε ακόμα πιο πολύ τις μετακινήσεις μας. Ταξιδεύοντας, όμως, με το λεωφορείο, μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον τρόπο ζωής των ανθρώπων και την κουλτούρα τους. Τρέχοντας πολλές φορές για να το προλάβουμε, περιμένοντας αρκετή ώρα παραπάνω όταν καθυστερούσε – φορτωμένες με τα σακίδια στην πλάτη, αναμένοντας στην ουρά για μια θέση.. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι ένιωσα τον κοσταρικανό παλμό από πρώτο χέρι! Θυμάμαι έντονα δυο σχετικά περιστατικά..

Ήταν αρχές Αυγούστου όταν, επιστρέφοντας στην αφετηρία μας μετά από μια τριήμερη εξόρμηση, μόλις που προλάβαμε με την συνταξιδιώτισσά μου, τις δύο τελευταίες θέσεις στο λεωφορείο. Κάτι που δεν εμπόδισε, όμως, τον οδηγό, να αφήσει να ανεβούν στο λεωφορείο είκοσι ακόμα άτομα μετά από εμάς, και να ταξιδέψουν για 6 ώρες στο πόδι..! Την άλλη φορά, ανέβηκα στο λεωφορείο για να ρωτήσω τον οδηγό αν θα έκανε στάση σε συγκεκριμένη τοποθεσία. Με ενημέρωσε μεν για την πορεία της διαδρομής (που δεν ήταν τελικά αυτή που ήθελα), πριν κατέβω όμως, μου ζήτησε να πληρώσω το εισιτήριο, εφόσον με “κατέγραψε το μάτι” στην είσοδο του λεωφορείου. Αυτό ήταν ένα “μάθημα” που πήρα για να ρωτώ σχετικά με μια διαδρομή, προτού ανέβω στο λεωφορείο.

Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω για να περιγράψω με λόγια το μεγαλείο της φύσης στην Κόστα Ρίκα.. Σπιτάκια στη μέση του πουθενά, περιτριγυρισμένα από πράσινο, κομμάτι κι αυτά της φύσης πλέον. Ζώα να κυκλοφορούν αμέριμνα στη φύση, άνθρωποι να πουλούν κάθε λογής φρούτα καταμεσής του δρόμου. Παπάγιες, ανανάδες, μάνγκο, μαμοντσίνο, χοκότες, ταμαρίντο, καρύδες, αχλαδόμηλα, νερόμηλα, καραμπόλα… Φρούτα εξωτικά, ζουμερά, όλο γεύση.  Ούτε ξέρω από πού ν’ αρχίσω για να αραδιάσω τους τόπους που δεν πρέπει να παραλείψει να επισκεφτεί κανείς. Γιατί δε φτάνουν οι μέρες και οι ώρες για να χορτάσει το βλέμμα, ούτε οι σελίδες για να περιγράψουν τις ομορφιές της. Εξάλλου, οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους. Γιατί όπως λένε και οι Costarricenses ή Ticos όπως αυτοαποκαλούνται οι Κοσταρικανοί: “Todo es demasiado lindo”, που πάει να πει: “Όλα είναι υπερβολικά όμορφα”! Και δεν έχουν άδικο..

Δε θα μπορούσα να μη μοιραστώ και κάποια περιστατικά που θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη μου, είτε γιατί ήταν αστεία, είτε γιατί η αδρεναλίνη μου πετούσε στα ύψη και ο ενθουσιασμός μου δεν είχε όρια! Το πρώτο συνέβηκε στην παραλία Πουνταρένας (Puntarenas) (φωτογραφία κάτω). Επικρατούσε ησυχία τη μέρα που πήγαμε και ελάχιστος κόσμος κολυμπούσε.. Με το που φτάσαμε, απλώσαμε τις πετσέτες μας, βουτήξαμε στα θολά (εκείνη την περίοδο) νερά του Ειρηνικού Ωκεανού και κάναμε την ηλιοθεραπεία μας.. Λίγο πριν αναχωρήσουμε, πήραμε έναν χάρτη της επαρχίας από την είσοδο του σταθμού των λεωφορείων. Τότε, ένας κυριούλης μας ρώτησε αν γνωρίζουμε για την ύπαρξη κροκόδειλων στην περιοχή, υποδεικνύοντάς μας το σχετικό έντυπο. Αλληλοκοιταχτήκαμε με συγκρατημένη απόγνωση με την Αράντσια πριν ξεσπάσουμε σε έντονα γέλια, αφού διαβάσαμε τον “δεκάλογο” ως προς το τι κάνουμε σε περίπτωση επίθεσης! Το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα γελούσαμε σε περίπτωση πραγματικής επίθεσης, ούτε, βέβαια, θα απλώναμε τους αντίχειρές μας στα μάτια του κροκόδειλου για να τον ακινητοποιήσουμε, όπως έγραφε στο ενημερωτικό φυλλάδιο!!!

Το άλλο περιστατικό, έλαβε χώρα στην πλευρά της Καραϊβικής, αρχές Αυγούστου. Με το που φτάσαμε στο Πουέρτο Βιέχο (Puerto Viejo) με το λεωφορείο, είδαμε μια άλλη Κόστα Ρίκα. Ρυθμοί χαλαροί και ξέγνοιαστοι, μουσικές στα πάρκα και στους δρόμους, αναμμένα φώτα στην αμμουδιά, κόσμος να χορεύει δίπλα στη θάλασσα. Η προσωποποίηση του μότο “Pura Vida” που τους χαρακτηρίζει! Την πρώτη μέρα, απολαύσαμε αυτή τη χαλαρή ατμόσφαιρα περπατώντας για ώρες στην πόλη, δοκιμάζοντας νέες γεύσεις, χαζεύοντας τις πραμάτειες των ντόπιων και χορεύοντας το βράδυ. Όσο για τα φαγητά που δοκιμάσαμε, θα αρκεστώ στο να αναφέρω τα αγαπημένα μου, το ψάρι Καραϊβικής με σάλτσα καρύδας και τα πατακόνες (μεγάλες μπανάνες, τοπικό προϊόν, που τις τρώνε όπως εμείς τις πατάτες) με γουακαμόλε, αλλά και τις πιο έντονες και χαρακτηριστικές γεύσεις της χώρας, το σεβίτσιε (τρόπος παρασκευής ψαριού με χυμό φρούτων) και το κασάδο (μαύρα φασόλια με ρύζι, κρέας και σαλάτα). Γενικά, το ρύζι είναι βασική πρώτη ύλη στην Κοσταρικανή κουζίνα!

Τη δεύτερη μέρα, πήραμε ποδήλατα για να μεταβούμε στο Μανσανίγιο (Manzanillo), 12 χιλιόμετρα μακριά από το Πουέρτο Βιέχο.  Για το Μανσανίγιο έχουν να πουν ότι είναι μία από τις πιο ωραίες παραλίες της χώρας, όπου υπάρχει και εθνικό καταφύγιο άγριας ζωής (ένα παράσημο θα το ήθελα πάντως, ως η πρώτη Κύπρια που το επισκέφτηκε, όπως με ενημέρωσαν οι φύλακες του πάρκου με την είσοδό μου σε αυτό).

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, τη διαδρομή με πολλή όρεξη, διασχίζοντας το δάσος και απολαμβάνοντας την αίσθηση ελευθερίας που μας έδινε η ποδηλασία στη φύση και ο καθαρός αέρας.  Μόνο που δεν υπολογίσαμε κάτι βασικό για τα δεδομένα της εποχής.. Πέντε λεπτά μετά την αναχώρησή μας, άρχισε να βρέχει καρεκλοπόδαρα και δε σταμάτησε, παρά μόνο όταν φτάσαμε στον προορισμό μας, μετά από μία ώρα! Το απολαύσαμε, αν και η αλήθεια είναι πως ήμασταν εντελώς απροετοίμαστες.  Το μόνο που μας έκανε να σταματήσουμε για λίγο, ήταν ένας μαλλιαρός βραδύποδας που διασταύρωνε τον δρόμο ήρεμα και νωχελικά, παρά το κατεβατό της βροχής!! Ήμασταν τόσο μαγεμένες, που ούτε καν σκεφτήκαμε να βγάλουμε τη φωτογραφική για να απαθανατίσουμε τη στιγμή! Όπως έμαθα μετά, οι μήνες με την περισσότερη βροχή στην Κόστα Ρίκα είναι οι καλοκαιρινοί και οι φθινοπωρινοί.

Το τρίτο περιστατικό έλαβε χώρα στο Μοντεβέρδε (Monteverde), έναν βιότοπο αυθεντικής φυσικής ομορφιάς και καταφύγιο άγριας ζωής, με υψόμετρο γύρω στα 1250 με 1800 μέτρα. Δεν είναι τυχαίο που αποτελεί για τους Κοσταρικανούς ένα από τα εφτά θαύματα της φύσης, πρότυπο αειφόρου ανάπτυξης. Για να φτάσουμε εκεί, χρειάστηκαν πέντε ώρες ανηφορικής διαδρομής με μικρό λεωφορείο, στο οποίο έπρεπε να κρατήσουμε θέση από την προηγούμενη μέρα. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και πέτρες και η διαδρομή δύσκολη. Τη μέρα που πηγαίναμε θυμάμαι ότι έκανε κρύο και ότι καθώς διασχίζαμε τη Γέφυρα της Φιλίας (Puente de Amistad), έβρεχε καταρρακτωδώς. Ξεκινήσαμε από το παραλιακό Ταμαρίντο (Tamarindo) φορώντας το μαγιό μας, έχοντας απολαύσει ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα, και καταλήξαμε να φοράμε ζακέτα, σακάκι και χοντρές κάλτσες! Ακόμα θυμάμαι το πόσο πολύ κρύωνα το βράδυ που μείναμε εκεί. Ειδικά μετά το μπάνιο με κρύο νερό, εφόσον στις  πλείστες περιοχές στην Κόστα Ρίκα δεν έχει ζεστό νερό!

Το Μοντεβέρδε είναι κυριολεκτικά ένα καταπράσινο βουνό με απερίγραπτη θέα.. Εκεί αποφασίσαμε με την Αράντσια να κάνουμε Canopy (tirolina – zipline), να διαβούμε, δηλαδή, τις 16 γέφυρες του βιότοπου, κρεμασμένες σε σκοινί. Το να κρεμιέμαι κυριολεκτικά πάνω από αχανείς εκτάσεις πράσινης γης, διασχίζοντας μια ζούγκλα στα διακόσια μέτρα ύψος, είναι κάτι που δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια..!  Και παρόλο που οι πεταλούδες στο στομάχι μου έκαναν πάρτι και τις 16 φορές, ήταν μία εμπειρία τόσο μαγική, τόσο μοναδική, που δε θα την άλλαζα με τίποτα!

Έπειτα, στο πάρκο Μανουέλ Αντόνιο (Manuel Antonio) [φωτογραφίες 15 και 16] δε χόρταιναν τα μάτια μου το γαλάζιο του ουρανού, το μπλε της θάλασσας και το πράσινο σε όλες τις αποχρώσεις του. Εκεί, τα ζώα είναι ελεύθερα και συνυπάρχουν αρμονικά με τη φύση.

Τη μέρα που πήγαμε, είδαμε φίδια να κρύβονται ψηλά στις μπανανιές, νωχελικούς βραδύποδες να ξεκουράζονται πάνω στα δέντρα, μαϊμούδες μαύρες και καφέ να πηδούν από δέντρο σε δέντρο αναμένοντας να αρπάξουν κάποιο φαγητό ή σουβενίρ από τους τουρίστες, ιγκουάνα να περπατούν δίπλα μας, σκιουράκια σε χρώμα πορτοκαλί, καφέ, άσπρο και γκρίζο να ξεπετιούνται μπροστά μας, καθώς στα αυτιά μας ηχούσαν τροπικά πουλιά στα χρώματα του ουράνιου τόξου (tucán arcoíris) και κολιμπρί! Μια σπουδαία πληροφορία που έμαθα στο ταξίδι μου εκεί, είναι ότι κάθε χρόνο επισκέπτονται το Μανουέλ Αντόνιο όλα τα σχολεία της χώρας και το κάθε ένα φυτεύει και από ένα δέντρο εκεί. Αυτό είναι πραγματικά, εντυπωσιακό και δείχνει πόσο πολύ σέβονται και αγαπούν το πράσινο που τους περιβάλλει. Ίσως είναι αυτή η επαφή με τη φύση και η έγνοια τους να προστατέψουν τη χλωρίδα και την πανίδα του τόπου τους που καθοδηγεί την κοσμοθεωρία τους. Εξάλλου, στη χώρα απαγορεύεται το κυνήγι από το 2012, όπως απαγορεύεται και το κάπνισμα σε όλους τους δημόσιους χώρους, συμπεριλαμβανομένων και των πάρκων!

[φωτογραφία 18] Δε θα μπορούσα να “κλείσω” το κεφάλαιο Κόστα Ρίκα, χωρίς να αναφερθώ στον Κοσταρικανό καφέ! Προσωπικά, ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που απολαμβάνουν τον καφέ, αλλά δεν τον έχουν ανάγκη για να ξυπνήσουν. Εκείνες τις βδομάδες, όμως, που ξυπνούσα και κοιμόμουν στην Κόστα Ρίκα, δεν μπορούσα να αντισταθώ στο άρωμα και στη γεύση του, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα.

Ο καφές είναι ένα αγαθό που βρίσκεις παντού και με ευκολία στην Κόστα Ρίκα! Στις καφετέριες, στις αγορές, ακόμα και στα σουπερμάρκετ, ολόκληρα ράφια με κάθε λογής καφέδες. Με την Αράντσια, αφιερώσαμε  μια μέρα για να επισκεφτούμε φυτείες καφέ, να μάθουμε τη διαδικασία παραγωγής του, να μαζέψουμε εμείς οι ίδιες κόκκινους καρπούς καφέ (μια δύσκολη, επίπονη και πολύωρη διαδικασία) και να δοκιμάσουμε αυθεντικό, κοσταρικανό καφέ! Επιστρέφοντας στα πάτρια εδάφη, κουβάλησα μερικά κιλά καφέ στη βαλίτσα μου… Αν ήξερα ότι θα ευδοκιμούσαν, θα έφερνα και καρπούς για να φυτέψω!

Και έφτασε κάποτε η μέρα της επιστροφής…

Η στιγμή που έπρεπε να αποχαιρετήσω τον κόσμο που γνώρισα, τα μέρη που επισκέφτηκα, τις στιγμές που μοιράστηκα, τους ντόπιους με τους οποίους ταυτίστηκα.. για να επιστρέψω στα δικά μου γνωστά λημέρια, με μία ακόμα εμπειρία στη βαλίτσα μου… Αυτή ήταν η τρίτη μου εμπειρία ως εθελόντρια “workawayer” με ανταλλαγή υπηρεσιών. Πρωτόγνωρη και  ασύγκριτη με καθετί προηγούμενο. Η αλήθεια είναι πως, όταν το “ταξίδι” έφτασε στο τέλος του, λυπήθηκα πολύ. Ήθελα να τα κάνω όλα σαν να μην υπήρχε αύριο. Αν ήξερα, τότε, ότι θα ερχόταν ο εγκλεισμός του 2020, θα έμενα κι άλλο… Νιώθω, όμως, τυχερή που μπόρεσα να το ζήσω και ευγνωμονώ τον εαυτό μου που το τόλμησα, που μου χάρισα αυτή την εμπειρία για να μπορώ τώρα να μοιραστώ όλα όσα έζησα εκεί και όλα όσα είδα. Η Κόστα Ρίκα αποτελεί κι αυτή ένα κομμάτι μου, ένα κομμάτι Pura Vida.  Γιατί όπως γράφει και σε ένα γκράφιτι (βγαλμένο από τον Μικρό Πρίγκιπα) απέναντι από την είσοδο του σχολείου: “Solo con el corazón se puede ver bien, lo esencial es invisible a los ojos”, “Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια”..

¡PURA VIDA!

Από την Νατάσα Λαμπίτση

Εκπαιδεύτρια Νέων (Συμβούλιο Νεολαίας Κύπρου)
Εκπαιδευτικός Δημοτικής και Ειδικής Εκπαίδευσης