Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Η ποιότητα στη γλώσσα είναι ποιότητα στη σκέψη

Ο πανεπιστημιακός, ο «δάσκαλος» για τους φοιτητές του, ο μελετητής, ο γλωσσολόγος εκείνος που το όνομά του έχει ταυτιστεί όσο κανενός άλλου με την ορθή χρήση της ελληνικής γλώσσας συνεχίζοντας να μας ευαισθητοποιεί στα θέματά της, να επισημαίνει τα λάθη και να προτείνει ορθές χρήσεις, δημιουργεί πάντα εξαιρετικό ενδιαφέρον σε μία εφ’ όλης της ύλης συζήτηση.

– Σε τι αφορά το νέο σας βιβλίο «Η γλώσσα μας-180 κείμενα για τη γλώσσα»; Το βιβλίο αυτό αντιστοιχεί στην προσπάθειά μου και στην επιθυμία μου να αφήσω, μετά από πενήντα έτη δουλειάς στη γλώσσα, μια γλωσσική παρακαταθήκη. Έτσι θα χαρακτήριζα  αυτό το βιβλίο, γιατί όλα τα θέματα που είναι σημαντικά στη γλώσσα, νομίζω ότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τα αντιμετωπίζω, και θα έλεγα -όχι αλαζονικά, αλλά περιγραφικά-, όπως έχει λεχθεί για την ελληνική γλώσσα όταν ψάχνουν για καμιά λέξη οι ξένοι «the Greeks must have a word for it», έτσι και για το βιβλίο μου ισχύει πως «ο Μπαμπινιώτης κάτι θα έχει πει γι’ αυτό το θέμα». Έχω επαφή με τον κόσμο, είμαι ο γλωσσολόγος που βγήκε από το γραφείο και το εργαστήριο, αξιοποίησα την τεχνολογία και τα Μέσα από την δεκαετία του ’80 με τις εκπομπές «Ομιλείτε ελληνικά» με την Λιάνα Κανέλλη, μετά με την Μαρία Χούκλη και τώρα με την Βίκυ Φλέσσα που κάνουμε το «Σε προσκυνώ γλώσσα» που μεταδίδεται και από το ΡΙΚ, αλλά και στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες, με ομιλίες, διαλέξεις και συνεντεύξεις. Και έχω βγει στον κόσμο, γιατί θεωρώ ότι η γλώσσα, το αντικείμενο που υπηρετώ, δεν είναι μία έννοια και μία οντότητα που αφορά σε έναν μικρό αριθμό ανθρώπων – είναι κτήμα όλων. Το έχει πει πολύ ωραία ο Αδαμάντιος Κοραής: «Δεν υπάρχει πιο δημοκρατικός θεσμός από τη γλώσσα. Σε αυτήν μετέχουν όλοι με δημοκρατικήν θα ειπώ ισότητα». Αφού είναι κτήμα όλων, όλοι έχουν το δικαίωμα να έχουν μια ενημέρωση, μια δυνατότητα προβληματισμού και επικοινωνίας -γιατί όταν μιλάς γι’ αυτά τα θέματα δεν κάνεις «μάθημα», τα μαθήματα είναι για τις πανεπιστημιακές αίθουσες, όπου χιλιάδες φοιτητές μου έχουν ακούσει τα μαθήματά μου, μεταξύ αυτών και πολλοί Κύπριοι- ώστε να ευαισθητοποιήσω, να προβληματίσω τον κόσμο, να τον ενημερώσω για τα θέματα της γλώσσας που είναι ένα κομμάτι της ύπαρξης του καθενός μας. Μιλάω για την «τριαδικότητα» της ανθρώπινης ύπαρξης – είμαστε τρεις οντότητες μαζί: Ο κόσμος μας βεβαίως, ο νους μας, αυτό το προνόμιο του ανθρώπου, και η γλώσσα μας. Όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους. Οι λέξεις υπάρχουν, γιατί υπάρχουν οι έννοιες στο μυαλό μας. Η γλώσσα υπάρχει γιατί υπάρχει η σκέψη μας, και με τη σκέψη μας πλησιάζουμε τον κόσμο μας. Γι’ αυτό λέω πάντοτε πως κάθε ποιότητα στη γλώσσα είναι ποιότητα στη σκέψη και ποιότητα στην βίωση του κόσμου μας.

– Όλη η επικοινωνία μας, όλη η γλώσσα μας, είναι διαδικασία επιλογής λέξεων; Έχω μιλήσει και στο βιβλίο μου για τις «εξισώσεις» της γλώσσας. Γλώσσα ίσον σκέψη, γλώσσα ίσον αξία, γλώσσα ίσον επιλογές. Η ελευθερία στη γλώσσα δεν είναι μόνο ότι εκφράζουμε τη σκέψη μας· η ελευθερία μας συνίσταται και στο ότι επιλέγουμε πώς θα εκφράσουμε την σκέψη μας· η ελευθερία μας είναι πώς δημιουργούμε, πώς «χτίζουμε» τον λόγο μας – προφορικό ή γραπτό. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δείχνει πως οι άνθρωποι δεν είμαστε μηχανάκια. Είμαστε προικισμένοι με μια δυνατότητα και ελευθερία επιλογών: Στο λεξιλόγιο, στο πώς θα αρθρώσουμε τον προφορικό μας λόγο, στη σύνταξη, στη γραμματική, στην δόμηση του κειμένου μας. Όλα αυτά είναι προϊόντα επιλογών που μας επιτρέπονται σε κάθε φυσική ανθρώπινη γλώσσα και είναι και η έκφραση της ελευθερίας μας – όχι μόνο εκφράζουμε την σκέψη μας, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε και πώς θα την εκφράσουμε. Γι’ αυτό επιμένω να λέω ότι η γλώσσα είναι αξία, δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας. Η γλώσσα μου είναι ο πολιτισμός μου, είναι η ιστορία μου, είναι η σκέψη μου, είναι ο ψυχισμός μου, είναι η νοοτροπία μου, είναι η ταυτότητά μου. Η γλώσσα, επομένως, έχει μια άλλη θέση και σχέση με τη ζωή του ανθρώπου.

– Έχει ηθική η γλώσσα; Ναι. Σε τι συνίσταται η ηθική της γλώσσας; Η γλώσσα είναι συνάντηση ανθρώπου με άνθρωπο, επομένως για να συναντήσω τον άλλον πρέπει να υπάρχει μια ειλικρίνεια στις προθέσεις μου. Δηλαδή, η γλώσσα είναι για να αποκαλύψει τη σκέψη μου και όχι να την συγκαλύψει. Έχει σημασία αυτό. Μιλάμε για να «συναντηθούμε», να αλληλοεκφράσουμε τις σκέψεις μας και να αποκαλύψουμε τον κόσμο μας.

– Συνεχίζει ακόμη να «αποκαλύπτεται» σ’ εσάς η γλώσσα, έπειτα από τόσα χρόνια εργασίας; Ναι. Και αποκαλύπτεται καθημερινώς. Κάθε μέρα -γιατί δουλεύω κάθε μέρα, ασταμάτητα, ακαταπαύστως με τη γλώσσα-, θα βρω μια σημασία που δεν την ξέρω ή που δεν την είχα προσέξει, έναν τύπο που δεν είχα δώσει σημασία στη χρήση του, κάτι που έχει λεχθεί παλαιότερα και σήμερα το έχουμε ξεχάσει, θα βρω κάτι που μπορούμε να το πούμε διαφορετικά και δεν το ‘χουμε κάνει. Κάθε μέρα υπάρχει μία σειρά εκπλήξεων, αποκαλύψεων, που είναι και η μαγεία της γλώσσας. Ο καθένας μας με την γλώσσα του δημιουργεί. Με τη γλώσσα δημιουργούμε και όταν παράγουμε γλώσσα αλλά και όταν προσλαμβάνουμε γλώσσα – π.χ. όταν διαβάζουμε ένα κείμενο ή όταν ακούμε κάτι.

– Δώστε μου ένα παράδειγμα «αποκάλυψης» της γλώσσας, που σας συνέβη τελευταία… Μου έκανε εντύπωση -και υπήρξε μία πρόκληση για μένα- να λέγεται ότι «θα υπάρξει ένα lockdown» και πως ειδικά στα θέματα της εστίασης «θα επιτρέπεται μόνο το delivery και το take away». Ακούγοντας, λοιπόν, όλες αυτές τις ξενόγλωσσες δηλώσεις, ειδικά όταν υπάρχει ένα μήνυμα πολύ σημαντικό για την ζωή μου και μού λέγεται με έναν τρόπο που περνάει μέσα από μία ξένη γλώσσα, ήταν μια αποκάλυψη για μένα που με οδήγησε να ανεβάσω στο «προσωποδίκτυό» μου, δηλαδή στο facebook, μία ανάρτηση γράφοντας «“lockdown” λένε οι Αγγλοτραφείς, “απαγορευτικό” λέμε εμείς οι Ελληνοτραφείς, “delivery” λένε αυτοί, “τροφοδιανομή” εμείς, “take away” λένε οι άλλοι, “για το σπίτι” εμείς». Αυτό ήταν μια αποκάλυψη που έγινε με την μορφή πρόκλησης, έχοντας μια είδηση που περνούσε μέσα από την ξένη γλώσσα ενώ απευθυνόταν σ’ εμένα, τον Έλληνα. Είναι δυνατόν να λέμε στον κόσμο, στον Έλληνα, απανωτά, το «mini lock down» που θα τον οδηγήσει σε «delivery» και «take away»; Που βρισκόμαστε; Μετά από 40 αιώνες ελληνικής γλώσσας, με τη συνέχεια, με την καλλιέργεια, με την οικουμενικότητα της ελληνικής γλώσσας, βρεθήκαμε να χρησιμοποιούμε σωρηδόν ξένες λέξεις για να συνεννοηθούμε μεταξύ μας; Αυτό το θεωρώ έλλειψη σεβασμού στη γλώσσα. Και οφείλουμε να έχουμε σεβασμό στην μητρική μας γλώσσα, δηλαδή στον κόσμο της έκφρασης, στον κόσμο της σκέψης και της βίωσης του κόσμου μας.

– Τελικά, μια και αναφερθήκαμε σ’ αυτά τα θέματα, ποιο είναι το σωστό, κύριε καθηγητά; Κορωνοϊός ή κορωναϊός, κορονοϊός ή κοροναϊός;
Αν θέλαμε να αποκαλέσουμε τον ιό με ονομασία που υπαγορεύουν οι κανόνες της ελληνικής γλώσσας, τότε θα έπρεπε να τον αποκαλούμε κορων-ιό. Το πρόβλημα είναι ότι αν γραφεί έτσι, μπορεί να προφέρεται όπως τα παλ-ιός, Ρωμ-ιός, πρυμ-ιός κ.ά. με συνίζηση (συμπροφορά) της ληκτικής συλλαβής, ήτοι κο-ρω-νιός (με τρεις συλλαβές). Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να παρασυνδέεται με την Κορώνη, όχι με τον ιό! Ως εκ τούτου, για λόγους «προφύλαξης» -όπως λέμε στη γλωσσολογία- είναι προτιμότερο να σχηματιστεί η λέξη με το συνδετικό φωνήεν -ο-, κορων-ο-ϊός, που έχουν τα περισσότερα σύνθετα, όταν το β’ συνθετικό αρχίζει από σύμφωνο. Παραδείγματα: Εικόνα: εικον-ο-λήπτης, εικον-ο-λάτρης, εικον-ο-μάχος. Βελόνα: βελον-ο-θεραπεία, βελον-ο-θήκη. Σταγόνα: σταγον-ό-μετρο. Άρα και κορώνακορωνοϊός. Ως προς την ορθογραφία: Η λέξη κορώνα είναι αντιδάνειο. Πρόκειται για το αρχαίο κορώνη (ήδη ομηρικό) «κυρτό ή καμπύλο αντικείμενο» > λατ. corona «στεφάνη» > ιταλ. corona «στεφάνη – στέμμα» > μεσν. κορώνα. Συνεπώς, είναι προτιμότερη η γραφή κορώνα (με -ω-), η οποία υπενθυμίζει την ετυμολογική της αρχή, αντί της συνήθους γραφής κορόνα.

– Υπάρχει μία φράση στο βιβλίο σας που μου άρεσε πολύ: Το βασίλειο των λέξεων είναι η ποίηση. Πώς το εννοείτε; Το έχει πει πολύ ωραία ο Σεφέρης: Η γλώσσα, στη μεγαλύτερή της ένταση, βρίσκεται στην ποίηση. Γιατί η ποίηση είναι η υπέρβαση της συμβατικότητας της γλώσσας. Η γλώσσα από μόνη της είναι ένα σύνολο συμβάσεων τις οποίες υιοθετούμε ως κοινωνία για να μπορούμε να συνεννοούμεθα. Η ποίηση όμως -η μεγάλη ποίηση- που είναι μία άλλη θέαση, μία άλλη σύλληψη του κόσμου, θέλει και μία άλλη γλώσσα που θα υπερβαίνει την συμβατικότητα. Έτσι έχουμε την λεγόμενη «ποιητική γλώσσα», την «ποιητική αδεία» χρήση των λέξεων που δεν επιτρέπεται στην κοινή γλώσσα. Πράγματι, η γλώσσα στην ποίηση παίρνει την μεγαλύτερή της ένταση, τις πιο δημιουργικές της διαστάσεις. Όπως και το βασίλειο της επικοινωνίας είναι το ρήμα. Δηλαδή, όλα είναι γύρω από το ρήμα. Και γιατί στο ρήμα; Διότι το ρήμα δηλώνει το γίγνεσθαι, την μεταβολή, τη δράση, την πράξη, την κίνηση. Τα ουσιαστικά συμπληρώνουν το ρήμα, τα επίθετα εξειδικεύουν τα ουσιαστικά, τα επιρρήματα εξειδικεύουν το ρήμα κ.ο.κ. Το κείμενό μας είναι ένας κόσμος ολόκληρος, «ο κόσμος του κειμένου»· περιλαμβάνει τις «προθέσεις» μου, το τι θέλω να πω, πώς βλέπω τον αποδέκτη του κειμένου, πώς θα οργανώσω την σκέψη μου μέσα από το κείμενο -«συνεκτικότητα»-, πώς θα οργανώσω τη γλώσσα μέσα από το κείμενο -«συνοχή»-, πώς θα την συνταιριάσω με την πραγματικότητα ή θα ξεπεράσω την πραγματικότητα.

– Από τι πιστεύετε πως κινδυνεύει η γλώσσα μας; Από εμάς τους ίδιους. Από τη ακηδία μας, από την αμεριμνησία μας, από το ότι υιοθετούμε άκριτα και σωρηδόν ξένες λέξεις, από το να μην προσέχουμε στην οργάνωση του λόγου μας, προφορικού ή γραπτού. Όταν υπάρχει ολιγωρία, τότε αρχίζει η γλώσσα σιγά σιγά και χάνει την δηλωτικότητά της, χάνει την δύναμή της. Εξηγούμαι: Όταν για να δηλώσεις μία έννοια έχεις την δυνατότητα να την προσεγγίσεις από πολλές πλευρές, κι εσύ πας μονίμως σε μία μόνο λέξη, τότε φτωχαίνεις το λόγο σου. Αν, όμως, φτωχαίνεις το λόγο σου, τότε φτωχαίνεις μαζί και τη σκέψη σου. Είναι σαν αυτή τη φράση του Όργουελ που έλεγε: «Πώς μπορεί κανείς να ελέγξει τους ανθρώπους; Ελέγχοντας και περιορίζοντας τη γλώσσα τους!».

– Πιστεύετε πως τα κοινωνικά δίκτυα μάς εκθέτουν πια; Κοιτάξτε, υπάρχει μια βιασύνη και προχειρότητα λόγου σε πολλούς από τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Στο «προσωποδίκτυο» που έχω, με ακολουθούν 30 χιλιάδες άνθρωποι. Όχι γιατί είμαι κανένας σπουδαίος ή μεγάλος, αλλά γιατί ανεβάζω αναρτήσεις, κείμενα, απόψεις, προτάσεις, σκέψεις, που αφορούν στη γλώσσα. Και βλέπω ένα μεγάλο ενδιαφέρον από ανθρώπους που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο σ’ αυτά τα θέματα. Άρα το διαδίκτυο μπορεί να έχει και μια ποιότητα, να δώσει πράγματα και να βοηθήσει τη γλώσσα. Εάν όμως το χρησιμοποιείς χωρίς να προσέχεις πώς γράφεις, πώς μιλάς, χωρίς να χρησιμοποιείς την κατάλληλη λέξη, γράφοντας με ανορθογραφίες, τότε αρχίζει και χάνει αυτό που είναι το ζητούμενο στη γλώσσα: Την ποιότητα. «Αγλωσσία» -που λένε μερικοί- δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει ούτε άλλοι κίνδυνοι· το πρόβλημα το υπαρκτό -και στην ελληνική και σε άλλες γλώσσες- είναι η ποιότητα της γλώσσας. Δηλαδή, πόσο αξιοποιούμε τον μηχανισμό της γλώσσας, τα συστατικά της γλώσσας, που είναι το λεξιλόγιο, η σύνταξη και η γραμματική. Αυτά, εάν δεν τα αξιοποιούμε, αν δεν τα έχουμε γνωρίσει όσο το δυνατόν καλύτερα -και αυτό ξεκινάει απ’ το σχολείο- και αν δεν υπάρχει ανάλογη ευαισθητοποίηση στη γλώσσα, τότε έχουμε απώλειες σε ποιότητα γλώσσας. Δεν είναι ότι δεν θα μιλάμε Ελληνικά ή δεν θα γράφουμε Ελληνικά· είναι ότι δεν θα μιλάμε και δεν θα γράφουμε «ποιοτικά Ελληνικά». Θα σας το ξαναπώ: Η ποιότητα στη γλώσσα είναι τελικά ποιότητα στη σκέψη μας.

– Έχετε έρθει πολλές φορές στην Κύπρο. Πού υπερτερεί και πού υστερεί η κυπριακή διάλεκτος σε σχέση με την κοινή Ελληνική, κατά τη γνώμη σας; Ξέρετε, με ενοχλεί να λένε «η κυπριακή» και «τα ελληνικά», σαν η κυπριακή να μην είναι Ελληνικά! Η διάκριση είναι μεταξύ «κοινής Ελληνικής» και «ελληνικής κυπριακής διαλέκτου» – άρα μιλάμε για Ελληνικά και στις δύο περιπτώσεις. Εγώ λέω ότι στην Κύπρο η ύπαρξη μίας τέτοιας διαλέκτου που έχει μια μακρά ιστορία, μία καλλιέργεια και μία ευρεία χρήση, είναι ευλογία. Δηλαδή, έχει μία συμπληρωματικότητα σε σχέση με την κοινή γλώσσα και μοιράζεται τους ρόλους: Ο «τυπικός» λόγος, η διοίκηση, η εκπαίδευση, η επιστήμη, τα Μέσα ενημέρωσης είναι στην κοινή Ελληνική, ενώ στον απλούστερο «άτυπο» λόγο -στην επικοινωνία που θέλει οικειότητα, που θέλει συναίσθημα, που θέλει άλλον τρόπο αντιμετώπισης- έρχεται η κυπριακή διάλεκτος. Πρόκειται για μια καλλιεργημένη διάλεκτο που έχει διατηρήσει πολλά αρχαία στοιχεία. Επομένως, δεν έχουμε «αντίθεση» και «σύγκρουση», έχουμε απλώς μία συμπληρωματική σχέση της κοινής Ελληνικής με την κυπριακή διάλεκτο. Αν δεν το δούμε έτσι και πέσουμε σε ένα είδος «γλωσσικού εμφυλίου» που είχαμε στην Ελλάδα μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, αλίμονό μας! Άλλωστε η κοινή Ελληνική είναι η δημοτική γλώσσα. Είμαστε εναντίον αυτής;

– Για το τέλος, δεν θα μπορούσα να μην σας ρωτήσω για την επίθεση που δέχτηκε πριν από μερικές μέρες ο Πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών -πρώην ΑΣΟΕΕ-, κ. Δημήτρης Μπουραντώνης. Είχατε αντιμετωπίσει κι εσείς στο παρελθόν τέτοια «φαινόμενα» στο πανεπιστήμιο; Έχω υπάρξει Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2000 ως το 2006. Κάποιες κινήσεις των φοιτητών υπήρχαν πάντοτε, δεν είχαν, όμως, ποτέ αυτή την οξύτητα και αυτή την ακρότητα. Αυτό που είδαμε τώρα ήτανε μία ανανδρία, μία χυδαιότητα, μία ύβρις· ήτανε ντροπή για το πανεπιστήμιο ο τρόπος που αυτοί οι κουκουλοφόροι κρατούσαν τον Πρύτανη. Μου θύμισε τους Τζιχαντιστές που κρατούν τα θύματά τους, λίγο πριν τους αποκεφαλίσουν για να τους δείξουν φοβισμένους από το τι πρόκειται να πάθουν. Αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να υπάρξει! Ένα μόνο μας σώζει: Ότι αυτά τα άτομα δεν είναι φοιτητές. Αυτά είναι πρόσωπα τα οποία δρουν, θα έλεγα εγκληματικά. Αυτό είναι μία μορφή εγκληματικής οργάνωσης -με τη γενική έννοια του εγκλήματος- που στρέφεται εναντίον της κοινωνίας. Οι φοιτητές μπορεί να πάνε να κάνουν μία κατάληψη, αλλά δεν έκαναν ποτέ τέτοια πράγματα στο παρελθόν και δεν κάνουν τέτοια αποτρόπαια πράγματα ούτε τώρα. Πάντως νομίζω ότι αυτά τα μέτρα τα οποία εξαγγέλθηκαν είναι αναγκαία προκειμένου να αντιμετωπιστούν τέτοιες ακραίες καταστάσεις που -θα το ξαναπώ- προέρχονται από εξωπανεπιστημιακά άτομα. Ένας φοιτητής ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο!

Info: Το τελευταίο βιβλίο του Γεώργιου Μπαμπινιώτη «Η γλώσσα μας-180 κείμενα για τη γλώσσα», κυκλοφορεί από το Κέντρο Λεξικολογίας σε όλα τα βιβλιοπωλεία της Κύπρου. 

Φιλελεύθερα, 15.11.2020.

Συνέντευξη: Γιάννης Χατζηγεωργίου