Αρετή Κοκκίνου “Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου…προσπαθούσα να αναπαράγω μελωδίες και ήχους”





ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

  1. Αρετή Κοκκίνου, είναι πραγματικά μεγάλη μας χαρά που μας παραχωρείς αυτήν τη συνέντευξη. Θα ξεκινήσω ρωτώντας ποια ήταν τα πρώτα σου ερεθίσματα για να ασχοληθείς με τη μουσική;

Η χαρά είναι και δική μου και στέλνω τους χαιρετισμούς μου στην Κύπρο από καρδιάς…

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ιδιαίτερα ερεθίσματα ή τουλάχιστον δε θυμάμαι κάποιο ιδιαίτερα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και σε προσχολική ηλικία προσπαθούσα να αναπαράγω μελωδίες και ήχους με ό,τι υπήρχε στο σπίτι. Μία κιθάρα, μία μελόντικα, ένα αυτοσχέδιο κρουστό.

2. Πόσο σημαντικές θεωρείς για έναν καλλιτέχνη τις μουσικές σπουδές; Ποιες είναι οι δικές σου μουσικές σπουδές και κοντά σε ποιους δασκάλους μαθήτευσες;

Οι καλές σπουδές είναι προίκα και ανοίγουν δρόμους στο μυαλό. Ακόμα και οι αυτοδίδακτοι μουσικοί έχουν επιδοθεί σε ενδελεχή μελέτη, που όμως μπορεί να στοιχίσει  σε χρόνο  αν δεν υπάρχει κάποια σωστή καθοδήγηση. Βέβαια, για να έχει νόημα η σπουδή πρέπει να έχει ως στόχο την εμβάθυνση στο αντικείμενο και όχι απλώς την απόκτηση όπως όπως ενός “χαρτιού”. Οι σπουδή είναι κάτι βαθύ, διαχρονικό και διαδραστικό.

Ο πρώτος μου δάσκαλος στην κιθάρα ήταν ο Δημήτρης Κεχρής. Κλασσικός κιθαρίστας, νεαρός τότε.  Αργότερα λαχτάρησα την ηλεκτρική κιθάρα. Επιδίωξα να έχω δάσκαλο το σπουδαίο Γιάννη Δρόλαπα, και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Και βέβαια ο σημαντικός συνθέτης και δάσκαλος Χρήστος Αναστασίου ήταν εκείνος που με οδήγησε στο δίπλωμα της σύνθεσης και μου άνοιξε πολλούς δρόμους στη σκέψη, πέρα από την απόκτηση του διπλώματος

3. Με ποιον τρόπο και ποιες φιλοδοξίες μπήκες στη δισκογραφία και πώς εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου η σχέση σου μαζί της;

Η αλήθεια είναι πως, σαν πολλούς μουσικούς της γενιάς μου, κάναμε  προσωπική δισκογραφία έχοντας ήδη μια πορεία και εμπειρία. Οι πρώτες δισκογραφικές δουλειές ήταν με τις μπάντες τότε που πιο πολύ με ένοιαζε να βγαίνω στη σκηνή με μια κιθάρα και να παίζω. Ανωριμότητα, δηλαδή. Αργότερα άρχισα να εκτιμώ τα πράγματα αλλιώς και αγάπησα αληθινά τη διαδικασία του στούντιο. Αν και έγραφα τραγούδια από πολύ νωρίς, αποφάσισα να κάνω προσωπικό δίσκο έχοντας ήδη 12 χρόνια δουλειάς και έχοντας παίξει και σε  δίσκους άλλων καλλιτεχνών. Και ακόμα και τώρα παίζω και σε δουλειές άλλων κατά καιρούς. Επομένως, είχα μια ρεαλιστική προσέγγιση στο θέμα  “δισκογραφία”. Θεωρώ λανθασμένο και ψυχοφθόρο το να ξεκινάει κανείς με τη φιλοδοξία της μεγάλη εμπορικής επιτυχίας και να απογοητεύεται, ενδεχομένως, μετά. Το να καταθέσεις  μία ευπρόσωπη δουλειά με άποψη που θα στοχεύσει σε κατάλληλο κοινό και να χτίσεις στην πορεία νομίζω είναι στόχος εφικτός και υγιής αν πατάς καλά στα πόδια σου.

4. Μίλησέ μας για τις μουσικές συναντήσεις που είχες όλα αυτά τα χρόνια σε επίπεδο ηχογραφήσεων, αλλά και μουσικών παραστάσεων.

Όπως όλοι οι  επί χρόνια ενεργοί  μουσικοί κι εγώ δεν ξέρω ποιόν να πρωτοαναφέρω. Απόλαυσα πολλούς καλλιτέχνες και τη συνεργασία μου μαζί τους. Καλλιτέχνες διαφόρων στυλ, άλλοι πολύ επώνυμοι άλλοι λιγότερο όλοι αξιολογότατοι. Το βιογραφικό μου αναφέρει αναλυτικά όλο αυτό τον κόσμο με τον οποίο έχω συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια σε συναυλίες, δίσκους, θεατρικές παραστάσεις. Στη λίστα υπάρχουν σημαντικοί στιχουργοί, συνθέτες, τραγουδοποιοί, ηθοποιοί, σκηνοθέτες.

5. Ας εστιάσουμε στο “Αήττητο Αλάτι”. Ποιο είναι αλληγορικά το νόημα του τίτλου και πώς προέκυψε ο ομολογουμένως μεγάλος πλούτος συνεργασιών στην εν λόγω κυκλοφορία;

Ο συνδετικός κρίκος της δουλειάς αυτής είναι η συνεργασία με τον Ηλία Παπακωνσταντίνου, από τους σημαντικούς ποιητές της γενιάς του, κατά την άποψή μου. Σκεφτήκαμε αρχικά κάποιες φωνές που βρίσκονταν στον κύκλο του είτε του ενός είτε του άλλου που θα ταίριαζαν στα κομμάτια. Ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι όλες βρέθηκαν να είναι γυναίκες….. Οπότε στο ερμηνευτικό κομμάτι συνεχίσαμε έτσι.

Το “Αήττητο Αλάτι” είναι ποίημα του Ηλία που ήδη είχε ενταχθεί σε προηγούμενη ποιητική του συλλογή και μελοποιήθηκε αργότερα από εμένα. Το αλάτι, δηλαδή η θάλασσα, είναι η πηγή ζωής και αλήθειας κατά τον ποιητή, το τελικό καταφύγιο του ανθρώπου. Το αλάτι δεν αμαυρώνεται από τα σκοτεινά και κακώς κείμενα της ανθρώπινης φύσης και κοινωνίας, γι’ αυτό και ο ποιητής το χαρακτηρίζει “Αήττητο”.

6. Γιατί αποφάσισες στο “Αήττητο Αλάτι” να χρησιμοποιήσεις στίχους του ποιητή Ηλία Παπακωνσταντίνου; Πόσο σημαντική θεωρείς την ποίηση στη σύγχρονη πραγματικότητα;

Με τον Ηλία υπήρξε εξ’ αρχής αυτό που αποκαλείται “χημεία”  όπως με όλους τους ανθρώπους του λόγου που έχω συνεργαστεί, Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι αγαπημένες μου Μαρία Παπαδάκη, με την οποία έχουμε κάνει πολλά τραγούδια και Αδαμαντία Μαντελένη. Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου με άγγιξε ως προς τη θεματολογία και τον τρόπο προσέγγισής της, καθώς και με τις συγκινητικές βιωματικές εικόνες που χρησιμοποιεί.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, πιστεύω ότι η ποίηση και η τέχνη του λόγου ήταν είναι και θα είναι είναι ζωτικής σημασίας. Ίσως είναι πιο δύσκολο η σύγχρονη γενιά ποιητών να δημιουργήσει τους δικούς της “μύθους”, είναι ευκολότερο να δηλώσει κάποιος ποιητής στις μέρες μας. Όμως παράγονται ποιήματα -διαμάντια που τους αξίζει περισσότερο φως.

7. Γνωρίζοντας ότι γράφεις στίχους, θα ήθελα να αναφερθείς στην ανάγκη που σε ώθησε σε αυτό, αλλά και στη θεματολογία σου.

Ο πρώτος προσωπικός μου δίσκος με τη Θέλμα Καραγιάννη είχε αρκετά παλιότερα κομμάτια σε δικούς μου στίχους. Πάντα με ενδιέφερε η πρωτότυπη θεματολογία και τα στιγμιότυπα ζωής. Τώρα πια προτιμώ να μελοποιώ  στίχους και ποιήματα άλλων. Το βρίσκω πιο ενδιαφέρον κι εποικοδομητικό. Υπάρχει μεγάλος όγκος καλού υλικού.

8. Έγραψες τη μουσική που έντυσε τους στίχους της Σόφης Καποράνη και τραγούδησε μαγικά ο Σωκράτης Μάλαμας στο τραγούδι “Γίνε”. Πώς προέκυψε αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη συνεργασία;

Με τη Σόφη γνωριστήκαμε από το μουσικό site Πεντάγραμμο με το οποίο συνεργαζόταν. Μου έστειλε αυτό το στίχο, μου άρεσε πολύ κι έφτιαξα ένα ντέμο. Η Σόφη ήταν εκείνη που το έστειλε στο Σωκράτη, ο οποίος προς μεγάλη μας χαρά δέχτηκε να το ερμηνεύσει. Και το έκανε, πράγματι, με το δικό του υπέροχο τρόπο.

9. Έχοντας σημαντική εμπειρία στη μουσική βιομηχανία, θα τολμήσω να ρωτήσω σε ποια σημεία βλέπεις να έχει αλλάξει η δισκογραφία και η μουσική βιομηχανία στην εποχή μας και πώς δέχεσαι εσύ αυτές τις αλλαγές;

Η αλήθεια είναι ότι εγώ δε βρισκόμουν ποτέ στο κέντρο αυτής της “βιομηχανίας” όσο άλλοι.  Διεθνώς πλέον η μουσική έχει πάψει να έχει την εμπορική αξία του παρελθόντος, καθώς βρίσκεται άφθονη και δωρεάν στο διαδίκτυο. Επίσης ο ρόλος της εικόνας σταδιακά έχει καταστεί όλο και πιο κυρίαρχος. Όλα αυτά είναι δεδομένα και πολυσυζητημένα. Προσωπικά  βλέπω θετικά  την εξέλιξη της τεχνολογίας  και τη χρήση νέων εργαλείων δημιουργίας και έκφρασης. Επίσης  υπάρχει μεγαλύτερη πολυφωνία που σπάει κάπως την επιλεκτική  και διαρκή προβολή ολίγων καλλιτεχνών.  Τα στραβά; Τα “θύματα” δηλαδή άνθρωποι κατεστραμμένοι επαγγελματικά που αφήνει πίσω κάθε  τέλος εποχής. Επίσης, τουλάχιστον στην Ελλάδα, ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση, οικονομική και ηθική μεγάλου μέρος των δημιουργών.

10. Μίλησέ μας για τις συνεργασίες σου σε μουσικοθεατρικές παραστάσεις, όπως το “Στη Σμύρνη Κάποτε” του Θανάση Σάλτα σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μαστοράκη.

Πρόκειται για ένα νέο έργο ποιητικό και μουσικό το οποίο επενδύθηκε με θεατρικά κείμενα και προγραμματίστηκε μια σειρά παραστάσεων που δυστυχώς, μετά την πρεμιέρα μας, ακυρώθηκαν λόγω της πανδημίας. Ο Θανάσης Σάλτας είναι διακεκριμένος  ποιητής και συγγραφέας  με εξαιρετικά όμορφο λόγο. Γνωριστήκαμε όταν συμμετείχα στο “Πάθη της Αγάπης” δουλειά του που μελοποίησε η συνθέτης Πηγή Λυκούδη. Αργότερα μου έστειλε μια θεματική ενότητα 16 στίχων με θέμα τη ζωή στη Σμύρνη πριν και μετά την καταστροφή. Κάθε στίχος μια ιστορία, ήταν τραγούδια πριν καν μελοποιηθούν, καθώς η μουσικότητα του λόγου είναι ένα από τα δυνατά σημεία του Θανάση. Είναι ένα έργο που θα παρουσιάσουμε ξανά όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

11. Τι συναισθήματα σου εκφράζει ο κόσμος που ακούει τις δουλειές σου και κατά πόσο νιώθεις ότι έχεις πετύχει τους καλλιτεχνικούς σου στόχους;

Χαίρομαι όταν οι ακροατές σχολιάζουν για το μουσικό ενδιαφέρον της δουλειάς μου αλλά ακόμα περισσότερο όταν βλέπω ανθρώπους συγκινημένους και συναισθηματικά φορτισμένους.  Η τεχνική η φαντασία, η γνώση είναι απαραίτητες αλλά το να να δημιουργείς συναίσθημα με την Τέχνη είναι η πιο μεγάλη πρόκληση. Και για να νιώσει ο αποδέκτης πρέπει να νιώσεις εσύ πρώτος.  Οι καλλιτεχνικοί μου στόχοι νομίζω δεν θα εκπληρωθούν ποτέ απλούστατα γιατί ανανεώνονται διαρκώς. Και αυτό με κάνει να νιώθω όμορφα.

12. Πόσο ώριμες είναι οι σύγχρονες κοινωνίες και γιατί ζητήματα που τις απασχολούσαν πριν πολλά χρόνια (ρατσισμός, σεξισμός, ενδοοικογενειακή βία, ξενοφοβία κλπ.) συνεχίζουν να τις απασχολούν ακόμη και σήμερα; Ποια η θέση της ελληνικής κοινωνίας;

Εγώ ανήκω στους απαισιόδοξους. Για να κάνω αναφορά στον πασίγνωστο Κεμάλ του Νίκου Γκάτσου και του Μάνου Χατζηδάκη, πιστεύω ότι αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Οι κοινωνίες δυστυχώς νομίζω ότι όταν πιέζονται, λειτουργούν με τα χειρότερα ένστικτα όχλου-αγέλης. Κλασσικά φαινόμενα: περιθωριοποίηση κάποιων ομάδων, μοιραία στοχοποίηση που αρχίζει με αντιπάθεια  και καταλήγει σε βία  εκεί που “μας παίρνει” και δουλική υποταγή εκεί που “δεν μας παίρνει” . Κοινωνικές αντιστάσεις σε αυτές τις συμπεριφορές ίσως προβάλλουν άτομα ή κοινωνίες με γνήσια ανθρωπιστική κουλτούρα.. Πάντα κάποιοι “Κεμάλ” κρατάνε τα μπόσικα. Οφείλω, ωστόσο, να παρατηρήσω ότι η παραδοχή κάποιων πράξεων ως κατακριτέες είναι μια πρόοδος. Να θυμίσω αρκετές παλιές ελληνικές ταινίες  που εξυμνούν το ξύλο στις (πάντα ελαφρόμυαλες και μειωμένης ευθύνης) γυναίκες, και την άκρατη πατριαρχία; Με αυτές  ακόμα διασκεδάζουμε. Ή χιούμορ με αφορμή την αναπηρία; Για να μη μιλήσω για “αράπηδες” και άλλα.

13. Θα ήθελα κλείνοντας να σε ευχαριστήσω και να ρωτήσω πώς βιώνεις τόσο καλλιτεχνικά, όσο και προσωπικά την πανδημία και τι σκέψεις κάνεις για το μέλλον;

Βλέπω ότι πολλοί καλλιτέχνες προσπαθούν να επικοινωνήσουν με το μέσον της τέχνης τους μέσω διαδικτύου. Πόσα βιντεάκια, πόσες θεατρικές παραστάσεις δωρεάν…Αυτό είναι σημαντικό. Πέρα όμως από τις φιλότιμες προσπάθειες, η τέχνη χωρίς ζωντανή επικοινωνία έχει προσωρινά ευνουχιστεί από την απομόνωση και την αβεβαιότητα. Εκείνο που με φοβίζει πιο πολύ είναι η φτώχεια που έρχεται όχι μόνο για τον καλλιτεχνικό κόσμο αλλά και για όλους τους οικονομικά ευάλωτους. Και αυτά που με αφορμή την πανδημία γίνονται “για εμάς χωρίς εμάς” …

Ευχαριστώ κι εγώ για την κουβέντα μας.