STOA CULTURA ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ : ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ- Ποτέ δεν ονειρευόμουν όλα αυτά που ήρθαν με τα χρόνια.



Με όπλο το χιούμορ και έμπνευση τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους, ο Γιάννης Γαλανόπουλος δημιουργεί θέατρο που ψυχαγωγεί, συγκινεί και προβληματίζει. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μας ταξιδεύει στον δικό του κόσμο, μοιράζεται σκέψεις και εμπειρίες και μας συστήνεται μέσα από όσα αγαπά και ονειρεύεται.

Γιάννη, για όσους σε γνωρίζουν για πρώτη φορά, ποιος είναι ο άνθρωπος πίσω από τα έργα, τη σκηνοθεσία και τη θεατρική σκηνή;

Νομίζω ότι πίσω από όλα αυτά υπάρχει ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να παρατηρεί τους άλλους. Τις σχέσεις τους, τις αντιφάσεις τους, τα μικρά και τα μεγάλα τους δράματα. Είμαι ένας άνθρωπος που από μικρός αγαπά πολύ το χιούμορ, ίσως επειδή πιστεύω ότι πολλές φορές είναι ο πιο τίμιος τρόπος να μιλήσεις για τα δύσκολα. Ξεκίνησα ως ηθοποιός, μετά ήρθε η σκηνοθεσία και κάποια στιγμή η ανάγκη να γράψω τις δικές μου ιστορίες. Παράλληλα, όμως, υπάρχει η κανονική ζωή: η δουλειά, οι υποχρεώσεις, η καθημερινότητα και, πάνω απ’ όλα, οι δύο κόρες μου. Αυτές είναι σήμερα το κέντρο του κόσμου μου. Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματικά ένας άνθρωπος «πίσω από τη σκηνή». Νομίζω πως είμαι ο ίδιος άνθρωπος παντού. Απλά ίσως αλλάζει το πρίσμα που βλέπει εμένα κάποιος.

Μεγάλωσες στον Σταφιδόκαμπο Ηλείας, κοντά στο αρχαίο θέατρο της Ήλιδας, έχοντας την ευκαιρία να βλέπεις από μικρός σπουδαίους ηθοποιούς. Πόσο πιστεύεις ότι επηρέασαν αυτές οι εμπειρίες τον άνθρωπο που έγινες αργότερα;

Πάρα πολύ, και από παιδί μπορούσα να το καταλάβω. Έβλεπα ανθρώπους που μέχρι τότε γνώριζα μόνο από την τηλεόραση κι ένιωθα να συμβαίνει κάτι σχεδόν μαγικό. Ήταν άνθρωποι, ανάσες, σώματα, φωνές. Ήταν κάτι ζωντανό που συνέβαινε μπροστά μου και μετά αποθηκευόταν στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου για πάντα. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ακόμη πιο πολύ ότι αυτές οι βραδιές είχαν φυτέψει μέσα μου έναν σπόρο. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να πιστεύω τόσο πολύ στη ζωντανή θεατρική εμπειρία. Και βέβαια υπάρχει ο ίδιος ο τόπος. Ο Σταφιδόκαμπος είναι μέσα μου. Οι άνθρωποι, οι χαρακτήρες, οι κουβέντες στο καφενείο του παππού μου, το χιούμορ της επαρχίας, οι υπερβολές, τα πειράγματα. Νομίζω ότι ένας συγγραφέας κουβαλάει πάντα τον τόπο όπου έζησε μέχρι τα 18 του χρόνια. Ακόμη κι όταν γράφει για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Σταύρος Νικολαΐδης, Γιάννης Γαλανόπουλος, Βασίλης Κούκουρας.
Σταύρος Νικολαΐδης, Γιάννης Γαλανόπουλος, Βασίλης Κούκουρας.

Οι «Καραμέλες Ούζου» είναι ένα έργο που έχει ξεχωρίσει και έχει αγαπηθεί από το κοινό. Θα ήθελα να μας μιλήσεις εσύ για το έργο: πώς γεννήθηκε, τι σημαίνει για σένα και τι είναι αυτό που θα ήθελες να κρατήσει ο κόσμος από αυτό;

Οι «Καραμέλες Ούζου» γεννήθηκαν και πρωτοανέβηκαν το 2017, επέστρεψαν το 2018 και, 8 χρόνια αργότερα, ξαναβρήκαν τον δρόμο τους προς τη σκηνή, φτάνοντας το 2025 και το 2026 να ταξιδεύουν και να συναντούν το κοινό σε περισσότερες από 70 πόλεις σε όλη την Ελλάδα. Πέρυσι και φέτος τον χειμώνα ανεβαίνουν στο «Από Μηχανής Θέατρο» της Αθήνας όπου έχω να σου πω ότι έρχονται και θεατές από την Κύπρο που μιλάω μετά μαζί τους! Για μένα αυτό είναι συγκινητικό, γιατί βλέπω ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών να γελούν στα ίδια σημεία και λίγο αργότερα να σιωπούν στα ίδια σημεία. Εκεί καταλαβαίνεις ότι κάτι έχει επικοινωνήσει το έργο. Οι «Καραμέλες Ούζου» έχουν πολύ γέλιο, αλλά πίσω από αυτό υπάρχουν άνθρωποι με φόβους, ανάγκες, μοναξιά, αγάπη και πράγματα που δυσκολευόμαστε να πούμε ο ένας στον άλλον. Η μεγάλη τύχη του έργου ήταν φυσικά και οι άνθρωποι που το αγκάλιασαν από τη γέννησή του, με τον Σταύρο Νικολαΐδη στη σκηνοθεσία και επί σκηνής, μαζί με τον Βασίλη Κούκουρα και όλη την ομάδα της παράστασης. Αν ήθελα να κρατήσει κάτι ο θεατής, είναι ότι πίσω από κάθε άνθρωπο που μας φαίνεται παράξενος, υπερβολικός ή ακόμη και αστείος, υπάρχει συνήθως μια ιστορία που δεν γνωρίζουμε. Και ίσως, αν τη γνωρίζαμε, να τον κοιτούσαμε λίγο διαφορετικά και να τον καταλαβαίναμε περισσότερο.

Έχεις γράψει έργα που έχουν διακριθεί και έχουν πάρει επαίνους, ενώ κάποια έχουν ήδη ανέβει στη σκηνή. Τι σε εμπνέει περισσότερο όταν γράφεις: μια προσωπική εμπειρία, μια κοινωνική κατάσταση ή μια ιστορία που απλώς δεν σε αφήνει ήσυχο;

Όλα αυτά μαζί. Δεν νομίζω ότι έχω καθίσει ποτέ να γράψω λέγοντας «τώρα θα ασχοληθώ με αυτό το θέμα». Συνήθως ξεκινάει από κάτι πολύ μικρό. Μια κουβέντα που άκουσα, έναν άνθρωπο που συνάντησα, μια εικόνα, μια παράξενη κατάσταση ή μια ερώτηση που μου κόλλησε στο μυαλό. Εγώ εμπνέομαι πολύ και από αληθινές ιστορίες που μαθαίνω (Φίδι στον κόρφο μου, Άνοιξε την πόρτα, Εκρηκτικά Αγγούρια, Μια ζωή στον αέρα κ.α.). Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να παίρνω ήρωες που φαίνονται συνηθισμένοι και να τους βάζω σε μια κατάσταση που ανατρέπει την κανονικότητά τους. Εκεί αποκαλύπτονται όλα. Και συνήθως θέλω να υπάρχει χιούμορ. Γιατί έτσι είναι και η ζωή. Μπορεί να περνάς κάτι πολύ δύσκολο και ξαφνικά, μέσα στην πιο ακατάλληλη στιγμή, κάτι να σε κάνει να γελάσεις. Αυτή η αντίφαση είναι σωτήρια και λυτρωτική.

 

Είσαι ταυτόχρονα ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας. Όταν γράφεις ένα έργο, μπορείς να αποστασιοποιηθείς από τον ηθοποιό και τον σκηνοθέτη μέσα σου ή τελικά όλοι αυτοί οι ρόλοι γράφουν μαζί;

Δυστυχώς έχουν όλοι κλειδί και μπαίνουν χωρίς να χτυπήσουν! (γέλια) Όταν γράφω, ο ηθοποιός μέσα μου ακούει συνεχώς τον διάλογο. Θέλω η ατάκα να μπορεί να ειπωθεί, όχι απλώς να διαβαστεί. Ο σκηνοθέτης, από την άλλη, αρχίζει ήδη να φαντάζεται πού βρίσκεται ο ηθοποιός, τι κάνει, πότε πρέπει να υπάρξει σιωπή, πότε πρέπει να αλλάξει ο ρυθμός. Προσπαθώ όμως στην πρώτη φάση να τους διώχνω και τους δύο από το δωμάτιο – ακόμα και τον Γιάννη – και να αφήνω τους ήρωες, με κενό το “μέσα” μου, να κάνουν απλά τη δουλειά τος. Γιατί διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να γράψω κάτι που είναι πολύ «βολικό» σκηνικά αλλά όχι απαραίτητα πόλος σύνδεσης με τον θεατή. Τελικά, όμως, θεωρώ πλεονέκτημα το γεγονός ότι έχω περάσει και από τις τρεις πλευρές. Ξέρω πόσο σημαντική είναι για έναν ηθοποιό μια καλή ατάκα και πόσο πολύτιμη μπορεί να γίνει για έναν σκηνοθέτη μια σωστά χτισμένη σιωπή.

Από το 2011 επιστρέφεις κάθε καλοκαίρι στον Σταφιδόκαμπο και διοργανώνεις θεατρικές παραστάσεις με έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: την ολοκλήρωση του κινηματοθεάτρου του χωριού, που παραμένει ημιτελές εδώ και περίπου 30 χρόνια. Τι σημαίνει προσωπικά για σένα αυτός ο αγώνας;

Είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα κτίριο. Είναι ένα προσωπικό στοίχημα, αλλά ταυτόχρονα και μια υπόθεση που αφορά ολόκληρο τον τόπο. Ένα κινηματοθέατρο σε ένα μικρό χωριό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ένας χώρος όπου θα μπορούν να συναντηθούν άνθρωποι, να παίξουν παιδιά, να γίνουν παραστάσεις, προβολές, εκδηλώσεις, να δημιουργηθεί πολιτισμός που θα έχει αντίκτυπο σε όλη την τοπική κοινωνία. Και κυρίως να δοθεί στα νέα παιδιά η δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με πράγματα που ίσως διαφορετικά να μην είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν. Βλέπω δημάρχους στα σόσιαλ μίντια να ανακαινίζουν παλιά θέατρα ή να χτίζουν νέα και νιώθω την ανάγκη να τους πάρω τηλέφωνο και να τους πω «συγχαρητήρια, δεν ξέρετε πόσο καλό θα κάνει αυτό στην ψυχή των δημοτών σας». Γι’ αυτό επιστρέφω. Και γι’ αυτό επιμένω. Όταν βλέπω το καλοκαίρι ανθρώπους να γεμίζουν τον χώρο για μια παράσταση στο χωριό μου από την Ομάδα μου τους «Υπερφωτισμένους», αισθάνομαι ότι, έστω και για λίγες ώρες, κινητοποιώ την κοινωνία. Θα ήθελα όμως κάποια στιγμή να μη μιλάμε πια για ένα ημιτελές κινηματοθέατρο. Να μιλάμε για έναν ζωντανό χώρο πολιτισμού. Και θα συνεχίσω να προσπαθώ μέχρι να συμβεί.

Αν αφήσουμε για λίγο πίσω τα βραβεία, τις παραστάσεις και τις συνεργασίες, ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρο που έχεις;

Ποτέ δεν ονειρευόμουν όλα αυτά που ήρθαν με τα χρόνια. Απλά έκανα ό,τι αγαπούσα. Και τα όποια όνειρα, αλλάζουν. Μεγαλώνοντας η ζωή σε κάνει να καταλάβεις ότι υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα από ένα θεατρικό έργο ή μια παράσταση. Σήμερα το μεγαλύτερο όνειρό μου είναι να δω τις κόρες μου να μεγαλώνουν, να γίνονται δυνατές, ελεύθερες και ευτυχισμένες γυναίκες. Να βρουν τον δικό τους δρόμο και να μη φοβηθούν να τον ακολουθήσουν. Κι εγώ να μπορώ, εάν έχω έμπνευση, να συνεχίζω να γράφω. Να υπάρχουν άνθρωποι που να θέλουν να λένε τις ιστορίες μου και άλλοι που να θέλουν να τις βλέπουν στο θέατρο.

Και επειδή η συνέντευξή μας γίνεται από την Κύπρο, θα ήθελα να σε ρωτήσω: υπάρχει στα άμεσα σχέδιά σου να έρθεις στην Κύπρο για κάποια παράσταση, παρουσίαση ή συνεργασία; Θα έχουμε την ευκαιρία να σε δούμε από κοντά;

Θα το ήθελα πάρα πολύ. Γνωρίζω πολλούς καλλιτέχνες από εκεί και η ιστορία της Κύπρου με συγκινεί πάντα. Ξέρω ότι είναι ένας τόπος με εξαιρετικά ζωντανή θεατρική ζωή και ένα κοινό που αγαπά το θέατρο. Η προοπτική να ταξιδέψει κάποια από τις δουλειές μου στην Κύπρο με ενδιαφέρει πολύ. Είτε πρόκειται για τις «Καραμέλες Ούζου», είτε για κάποιο από τα άλλα έργα μου, είτε για μια καινούργια συνεργασία. Άλλωστε, αυτή είναι μία από τις μεγάλες χαρές του θεάτρου: γράφεις μια ιστορία σε ένα λάπτοπ κι αυτή μπορεί να ανέβει σε μια σκηνή ακόμη και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και να κάνει ανθρώπους που δεν έχεις συναντήσει ποτέ να γελάσουν ή να συγκινηθούν. Για παράδειγμα, το 2027 θα ανέβει για πρώτη φορά έργο μου στην Βιέννη. Οπότε η απάντηση είναι «ναι». Θα ήθελα πολύ να συναντηθούμε θεατρικά με την Κύπρο. Και ελπίζω η συγκεκριμένη συνέντευξη να είναι η αρχή αυτής της γνωριμίας. Σ’ ευχαριστώ θερμά.

(Γιάννης Γαλανόπουλος Τηλέφωνο Επικοινωνίας: 6972052268)

 

Μαριλένα Αχιλλέως
@achilleos_marilena
@stoa_cultura