Η Αντιγόνη Ηλία γράφει για να εκφράσει συναισθήματα, μνήμες, εικόνες και στιγμές, αναζητώντας μέσα από τις λέξεις έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζει την πραγματικότητα. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τη γραφή, την Άλωνα της Πιτσιλιάς, τις ποιητικές της συλλογές, την απώλεια, αλλά και τα επόμενα δημιουργικά της βήματα.
Ποια είναι η Αντιγόνη Ηλία πίσω από την ποιήτρια και ποια είναι η πορεία της μέχρι σήμερα;
Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση σε αυτή τη συνέντευξη, τόσο εσάς όσο και τη Stoa Cultura. Προσωπικά, δεν οριοθετώ τον όρο «ποιήτρια». Είναι ένας όρος ιερός και, θα έλεγα, δεν τον αγγίζουμε καθόλου. Θα έλεγα περισσότερο πως συγκαταλέγομαι στους γραφιάδες. Η ποίηση, αν υπάρχει, μπορεί να αποκαλυφθεί μέσα από το γράψιμο, χωρίς να χρειάζεται να δηλωθεί. Είναι οι λέξεις, τα συναισθήματα και όσα αφήνουμε στο χαρτί που, τελικά, μπορούν να μιλήσουν από μόνα τους.
Τι είναι αυτό που σας οδηγεί κάθε φορά να γράψετε ένα ποίημα;
Η ανάγκη μου να εκφράζω, με τον δικό μου τρόπο, όσα με φέρνουν σε αντίθεση με την κοινωνική σκέψη και με τα γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω μου. Η ποίηση αναβλύζει αυθόρμητα, σαν μια ανάγκη να ακουστεί μια διαφορετική φωνή, μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας κοινωνίας. Ίσως, κάποιες φορές, να είναι και η έκφραση καταπιεσμένων συναισθημάτων που δύσκολα αφήνουμε να βγουν από μέσα μας. Η ποίηση φωτίζει το σκοτάδι, όποιο κι αν είναι αυτό. Είναι μια άλλη εκδοχή της ίδιας κοινωνίας. Δεν απομακρύνεται από την πραγματικότητα αλλά την κοιτάζει από μια διαφορετική γωνία και αναδεικνύει όσα συχνά μένουν αθέατα.
Στο «Καρδιογράφημα» δίνετε έμφαση στον συναισθηματικό κόσμο, ενώ στο «Βαθύ μπορντώ + 7 χαϊκού για το τέλος» αγγίζετε θέματα όπως η αγάπη, η απώλεια, ο πόνος και η ελπίδα. Τι θέλατε να εκφράσετε μέσα από αυτές τις δύο συλλογές;
Το «Καρδιογράφημα», η πρώτη μου ποιητική συλλογή, είναι ουσιαστικά μια συλλογή που υπήρχε μέσα μου από παλιά. Από τον πρώτο καιρό που άρχισα να γράφω μικρά στιχάκια και να τα φυλάω σε ένα παλιό συρτάρι στο χωριό της μητέρας μου, την Άλωνα της Πιτσιλιάς, άρχισα να καταγράφω εκείνες τις πρώτες μου σκέψεις και τα συναισθήματα. Οι στίχοι, γραμμένοι στην αρχική στιγμή της έμπνευσης, αποτυπώθηκαν στο χαρτί σαν μια ανάγκη να κρατήσω δυνατά κάποιες στιγμές πριν χαθούν από τη μνήμη. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, το «Καρδιογράφημα» είναι ένα γράφημα ζωής, ένα καρδιογράφημα αγάπης. Δεν καταγράφει μόνο στιγμές, αλλά παλμούς, διακυμάνσεις, σιωπές και εντάσεις μιας ζωής. Από την άλλη, το «Βαθύ μπορντό» είναι μια συλλογή που αγαπώ ιδιαίτερα, γιατί γράφτηκε και κατάφερε να εκδοθεί λίγες μόλις ημέρες μετά τον θάνατο του αγαπημένου μου πατέρα, στον οποίο και την έχω αφιερώσει. Η απώλεια, η μνήμη και τα βαθιά συναισθήματα που δεν μπορούμε εύκολα να εκφράσουμε ή να διαχειριστούμε μετά από ένα θλιβερό γεγονός έχουν αποτυπωθεί σε αυτή τη συλλογή, σε μια προσπάθεια να γαληνέψω πρώτα εγώ το μέσα μου, αλλά και να δώσω ελπίδα σε άλλους συνανθρώπους μου. Να τους θυμίσω πως τίποτα, στην ουσία, δεν τελειώνει. Είμαστε φτιαγμένοι από αιώνιο φως και σε αυτό πάλι καταλήγουμε.
Στο «Κάλεσμα των φύλλων» η φύση έχει ιδιαίτερη θέση. Πώς έχει επηρεάσει η Άλωνα τη σχέση σας με τη φύση και τη γραφή σας;
Δεν θα μπορούσα να μην γράψω για την πιο όμορφη εποχή του χρόνου. Κάθε φορά περιμένω με ανυπομονησία τη στιγμή που θα ξαπλώσω πάνω στα φύλλα που τόσο αγαπώ. Η Άλωνα είναι η μούσα μου. Είναι οι αισθήσεις μου που ξυπνούν μέσα από το φθινόπωρο, καθώς αυτό απλώνεται στα στενά σοκάκια και αγκαλιάζει τα πέτρινα, παλιά σπίτια των προγόνων μου. Είναι σαν να μου φωνάζουν από μέσα να τους ανοίξω την πόρτα με το μεγάλο κλειδί, να μπω στις αυλές τους και να μαζέψω ένα-ένα τα φύλλα από το ξωπόρτι τους. Δεν θα ήμουν ο εαυτός μου αν δεν έγραφα αυτή την ποιητική συλλογή. Γιατί η Άλωνα δεν είναι μόνο ένας τόπος. Είναι μνήμη, συναίσθημα, μυρωδιές, εικόνες και ψίθυροι μιας άλλης εποχής. Είναι κομμάτι της ψυχής μου. Θα ήθελα, επίσης, να σημειώσω πως το εξώφυλλο του συγκεκριμένου βιβλίου είναι από την προσωπική μου φωτογραφική συλλογή, με εικόνες από γωνιές της Άλωνας που αγαπώ ιδιαίτερα.
Πιστεύετε ότι η ποίηση έχει σήμερα τη θέση που της αξίζει;
Πιστεύω ότι η ποίηση δεν έχει να κάνει ούτε με τον χρόνο ούτε με τους ανθρώπους. Ακόμη κι αν ένα βιβλίο παραμένει στο ράφι για αρκετό καιρό, έρχεται η στιγμή -και το πιστεύω ακράδαντα αυτό-που δύο χέρια θα το αγγίξουν. Και τότε θα εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκε. Τίποτα δεν χάνεται, στην ουσία. Η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει ημερομηνία λήξης. Ο ποιητής θα συνεχίσει να γράφει μέχρι το τέλος της ζωής του, γιατί η ανάγκη να γράφει δεν σταματά ποτέ. Όσο υπάρχουν συναισθήματα, μνήμες, άνθρωποι, απώλειες, όνειρα και στιγμές, θα υπάρχουν και λέξεις. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλείο της ποίησης: ότι συνεχίζει να ζει μέσα στον χρόνο, ακόμη κι όταν ο ποιητής έχει ολοκληρώσει τη δική του διαδρομή.
Άλωνα- Εκκλησία Αγίου Γεωργίου
Ποιο είναι το επόμενο βήμα στην ποιητική σας πορεία;
Αυτό τον καιρό γράφω δύο χριστουγεννιάτικα παραμύθια, τα οποία ευελπιστώ να εκδοθούν πριν από το τέλος του χρόνου. Παράλληλα, έχω ήδη εκδώσει την πρώτη μου νουβέλα, με τίτλο «Σανταρόζα 22». Πρόκειται για μια μαρτυρία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, που αφηγείται τη ζωή της μικρής Αργυρής, της μητέρας μου, σε μια κλινική στη Λευκωσία, στα δύσκολα εκείνα χρόνια της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Είναι μια ιστορία που κουβαλά μνήμη, βιώματα και αλήθειες μιας ολόκληρης εποχής. Έχει αγαπηθεί πολύ και έχει συγκινήσει για την αυθεντικότητά του. Αυτό προσωπικά με συγκινεί πολύ. Έχω επίσης γράψει το πρώτο μου παραμύθι, με τίτλο «Η γιαγιά μου η Αντιγόνη», από τις Εκδόσεις Αρχύτας, ένα βιβλίο που αγκαλιάστηκε από τους μικρούς αναγνώστες και όχι μόνο, και έχει ήδη εξαντληθεί. Παράλληλα, δεν σταματώ να γράφω ποίηση. Η ποίηση είναι για μένα μια διαρκής ανάγκη έκφρασης, ένας δρόμος που συνεχίζω να περπατώ. Αυτή την περίοδο εργάζομαι πάνω σε μια νέα ποιητική έκδοση, η οποία θα κυκλοφορήσει μεταγενέστερα. Για μένα, η γραφή δεν σταματά ποτέ. Κάθε βιβλίο είναι μια νέα αρχή. Μια ακόμη ιστορία που περιμένει να γεννηθεί και, κάποτε, να συναντήσει τους δικούς της αναγνώστες.












