Ποτέ δεν μου άρεσε η γυμναστική. Βασικά, τη σιχαίνομαι. Ήμουν από αυτούς τους ανθρώπους που γράφονται σε γυμναστήριο, πηγαίνουν δυόμισι φορές και μετά δεν ξαναπατάνε το πόδι τους εκεί. Ναι, η γυμναστική κάνει καλό στη σωματική και ψυχική υγεία ναι, ενισχύει τη λειτουργία του εγκεφάλου και παρατείνει τη ζωή ναι, η έκκριση σεροτονίνης και ενδορφινών κατά τη διάρκεια της άσκησης βοηθά στη βελτίωση της διάθεσης και δρα κατευναστικά σε περιπτώσεις άγχους και κατάθλιψης – έτσι λένε τουλάχιστον οι επιστήμονες. Εγώ, όμως, δεν την άντεχα ποτέ.
Δεν κατάλαβα ποτέ όλους αυτούς που, επίτηδες, επαναλαμβάνω επίτηδες, βάζουν τον εαυτό τους σε αυτή τη διαδικασία του μαρτυρίου, να υποφέρουν σηκώνοντας βάρη ( το βλέπεις ξεκάθαρα στο πρόσωπό τους και στους εξωτικούς ήχους που βγάζουν καθώς προσπαθούν να σηκώσουν μια μπάρα με περισσότερα κιλά απ’ όσα αντέχουν) ή να κάνουν αυτά τα group classes με hips & abs, body pump και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, μόνο και μόνο για να τους βλέπεις μετά να φεύγουν από εκεί παραπατώντας και προσπαθώντας να μην καταρρεύσουν.
Χειμώνας του 2019. Είχα βάλει αρκετά κιλά, συνολικά δεκαεπτά. Δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα, μέχρι τη στιγμή που προσπάθησα να δέσω τα κορδόνια των παπουτσιών μου και δυσκολεύτηκα. Εκεί κατάλαβα πως, δυστυχώς, έπρεπε να πάρω δραστικά μέτρα. Είπα αντίο, με βαριά καρδιά, στις σοκολάτες, στα πατατάκια, στα fast food και σε ό,τι άλλο αγαπούσα σε αυτή τη ζωή και ξεκίνησα διατροφή. Αλλά αυτό δεν αρκούσε. Τότε γνώρισα τον Παύλο. Γυμναστής. Ο Παύλος γυμνάζεται από τα εφηβικά του χρόνια. Εννοείται πως γνωρίζει τα πάντα για τη γυμναστική, τις θερμίδες και το σημαντικότερο, ξέρει ακριβώς πώς να σε κάνει να εύχεσαι να μην είχες βάλει ποτέ στο στόμα σου νουτέλα και τηγανητό κοτόπουλο.
Πρώτη μέρα στο γυμανστήριο. Μου είπε πως, επειδή ήταν η πρώτη φορά, θα κάναμε κάτι πολύ χαλαρό. «Ένα απλό ζέσταμα», όπως το αποκάλεσε. Λίγο τρέξιμο, καθίσματα, προβολές, push-ups, δικέφαλους και κάτι άλλες ασκήσεις που δεν είχα ξανακούσει ποτέ στη ζωή μου. Και στο τέλος, φυσικά, «ένα ελαφρύ cardio». Καθώς έτρεχα τον έβλεπα να με κοιτάζει, στεκόταν εκεί σαν γεράκι, παρακολουθώντας έτοιμος να φωνάξει «συνέχισε», με αυστηρό ύφος, σε περίπτωση που τολμούσα να σταματήσω. Καθώς προσπαθούσα να μην καταλήξω στα επείγοντα , σκεφτόμουν τι αμαρτίες πληρώνω και αν άξιζε να βασάνιζω τόσο πολύ τον εαυτό μου.
Η επόμενη μέρα με βρήκε να μισώ τον Παύλο γι’ αυτό που μου είχε κάνει. Πονούσαν μέρη του σώματός μου που δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν. Προσπάθησα να βγω από το κρεβάτι μου ρολάροντας, γιατί το να σηκωθώ κανονικά ήταν αδύνατον. Εκείνη τη μέρα θυμάμαι που αναρωτιόμουν πως και δεν είχα συναντήσει ακόμη Τον Χριστό και πως ήταν θαύμα που ζούσα. Κι όμως, στον Παύλο ξαναπήγα. Και γκρίνιαξα ξανά. Και έκανα ξανά όλα όσα μου έλεγε. Και τον μίσησα πολλές φορές ακόμη. Επτά χρόνια μετά, αγαπώ να μισώ τη γυμναστική. Και, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, θέλω εκατό φορές να σταματήσω και εκατο μία να συνεχίσω, κάθε φορά που κοντεύω να συναντήσω Τον δημιουργό μου, ενώ ο Παύλος με ρωτάει αν ήταν καλο το work out σήμερα.
Η ιστορία αποτελεί προϊόν φαντασίας και οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική.





