ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ: Βηρυτός (Beirut) Το Παρίσι της Μέσης Ανατολής φλέγεται

ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ: Βηρυτός (Beirut) Το Παρίσι της Μέσης Ανατολής φλέγεται

Ποιον μπορείς να εμπιστευτείς σε ένα κόσμο που η αλήθεια αναδύεται όταν είναι βολικό ή κερδοφόρο; Ο Jon Hamm (Mad Men, Baby Driver) πρωταγωνιστεί σε ένα συναρπαστικό και ευφυές κατασκοπικό θρίλερ, από το εξαιρετικό και τεκμηριωμένο σενάριο του Tony Gilroy (Tριλογία Bourne, Rogue One). Την ιστορία, η οποία διαδραματίζεται στη Βηρυτό του 1982, σκηνοθετεί καθηλωτικά ο Brad Anderson (The Machinist). Ο σκηνοθέτης αναλαμβάνει να μας μεταφέρει στην καρδιά μιας ταραγμένης και σύνθετης εποχής, όπου εμπλέκονται διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις και η κατάσταση είναι φλογώδης και ανεξέλεγκτη. Η ταινία είναι μια θεαματική παραγωγή με ανατροπές και αγωνία που θέτει ερωτήματα για το κόστος της ελευθερίας, το τίμημα της εμπιστοσύνης και τη διττή φύση της επίσημης αλήθειας. Το καστ συμπληρώνεται από τους Rosamund Pike (Gone Girl), Dean Norris (Breaking Bad) και Mark Pellegrino (Capote).

Σύνοψη:

Δύο μυστικοί πράκτορες της CIA (Rosamund Pike, Dean Norris) αναθέτουν στον Mason Skiles (Jon Hamm), έναν πρώην Αμερικανό  διπλωμάτη, να επιστρέψει στον Λίβανο μετά από δέκα χρόνια, για να διαπραγματευτεί τη ζωή ενός φίλου του. Τίποτα δεν είναι όπως το θυμόταν και εκτός από τα φαντάσματα του παρελθόντος, ο Mason βρίσκεται αντιμέτωπος με αποκαλύψεις που αφορούν τις προθέσεις του ισραηλινού στρατού, επικεφαλής Αμερικανών πολιτικών, της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και διεφθαρμένων γραφειοκρατών.

Διάρκεια: 109’

 

10 Μαΐου στους κινηματογράφους από τη Feelgood

 

Η επικαιρότητα ως  πηγή έμπνευσης

Η ιστορία ξεκινάει πολύ πριν ο Tony Gilroy καθιερωθεί ως σεναριογράφος της τριλογίας The Bourne Identity, του Michael Clayton και της παγκόσμιας επιτυχίας Rogue One: A Star Wars Story. Το 1991, ενώ δούλευε για τη ρομαντική κομεντί The Cutting Edge, ο Gilroy συνάντησε έναν παραγωγό που ήταν πρώην αναλυτής της CIA. «Κάναμε πολλές συζητήσεις για γεωπολιτικά θέματα και σκεφτήκαμε ότι μια ταινία για έναν διπλωμάτη που αναλαμβάνει μια διαπραγμάτευση, θα ήταν συναρπαστική. Εκείνη την περίοδο, η Βηρυτός ήταν επίκαιρο θέμα εξαιτίας του βιβλίου του Tom Friedman με τίτλο From Beirut to Jerusalem που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Θέλαμε να βάλουμε έναν διαπραγματευτή σε ένα ιστορικό σκηνικό που θα έμοιαζε αληθοφανές χωρίς να λέμε μια πραγματική ιστορία», λέει ο Gilroy.

Ο σεναριογράφος έχτισε ένα σενάριο πάνω στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά την απαγωγή του William Buckley, που ήταν επικεφαλής της CIA στη Βηρυτό το 1984. «Για μένα, αυτό ήταν το πρότυπο του τι θα συνέβαινε αν ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της CIA έπεφτε θύμα απαγωγής» εξηγεί ο Gilroy. «Η σωρός του William Buckley εμφανίστηκε όταν τελείωνα το σενάριο και οι δημοσιογράφοι έγραφαν πολλά για το περιστατικό, από τα οποία άντλησα υλικό. Ήταν μια πολύ δραματική και τρομαχτική ιστορία».

Η ενδελεχής έρευνα εξέθεσε τον Gilroy σε πολλές λεπτομέρειες, τις οποίες αξιοποίησε για να επινοήσει γεγονότα που θα μπορούσαν να συμβούν στον Λίβανο πριν από τρεις δεκαετίες. «Μίλησα με ανθρώπους στο τηλέφωνο και έφτιαξα ολόκληρη βιβλιοθήκη, σκάλισα σε βάθος εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο που καλύπτουμε, όταν ο Mason επιστρέφει στον Λίβανο» εξηγεί ο Gilroy. «Έμαθα πολλά πράγματα που με εξέπληξαν. Δεν ήξερα ότι η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ήταν τόσο περίπλοκη, ότι είχε τόσες διαστρωματώσεις ή ότι ήταν τόσο διεφθαρμένη. Δεν είχα ιδέα για την πολυπλοκότητα της επιθυμίας των Ισραηλινών να μπουν στον Λίβανο ή για τους χειρισμούς τους για να δικαιολογήσουν την εισβολή στην περιοχή. Ήξερα για τον Λευκό Οίκο στην προεδρία του Ρόναλντ Ρέιγκαν, ήξερα για τα περιστατικά που οδήγησαν στον βομβαρδισμό της Αμερικανικής Πρεσβείας στη Βηρυτό. Αλλά όταν άρχισα την έρευνα, έμαθα όλες τις εξονυχιστικές λεπτομέρειες».

Ένας ήρωας στον πυρήνα της ιστορίας

Με φόντο τον πολιτικά δυσλειτουργικό, αλλά ακαταμάχητα γοητευτικό, Λίβανο ο Gilroy προσπάθησε σκληρά να αναπτύξει την ψυχολογία του ήρωα του στα ίχνη του μάστερ της κατασκοπικής λογοτεχνίας John Le Carré. «Τα βιβλία του ήταν καταπληκτικά, παρ’ όλο που δεν είναι πάντα φτιαγμένα για ταινίες, καθώς είναι δύσκολο να συμπυκνωθούν» λέει ο σεναριογράφος. «Ήταν κίνητρο για μένα να σχεδιάσω μια ταινία στο στυλ αυτό, αλλά που να μπορεί να μπει σε ένα δίωρο πλαίσιο. Άλλωστε η ιδέα ενός χαρακτήρα όπως ο Mason, που έρχεται αντιμέτωπος με μια μεγάλη απογοήτευση, είναι πολύ στο στυλ του Le Carré».

Ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι προοίμιο των χαρακτήρων με αδυναμίες, όπως τους βλέπουμε αργότερα στις πιο γνωστές ταινίες του δημιουργού. «Ο Mason ήταν η αρχή της ενασχόλησης μου με χαρακτήρες που αποζητούν την εξιλέωση, όπως ο Jason Bourne και ο Michael Clayton» εξηγεί ο Gilroy. «Σε αυτήν την ταινία με ενδιέφερε να γράψω για ανθρώπους παγιδευμένους σε μία πολιτική κατάσταση. Ο Mason υποχρεώνεται να αντιμετωπίσει το παρελθόν του και την ίδια του την αδυναμία».

Η σωστή στιγμή

Αφού ολοκληρώθηκε το σενάριο το 1992, πολλοί επιφανείς ηθοποιοί και σκηνοθέτες ενδιαφέρθηκαν, αλλά το πορτρέτο που έχτισε ο Gilroy για την Αμερική, τους Ισραηλινούς και τις ραδιουργίες της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αποδείχτηκαν πολύ εμπρηστικά θέματα. «Το πρόβλημα ήταν ότι το σενάριο ήταν πολύ ακριβές» επισημαίνει ο σεναριογράφος. «Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης δεν είχε παραδειγματική συμπεριφορά. Το Ισραήλ δεν είχε παραδειγματική συμπεριφορά. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν είχε παραδειγματική συμπεριφορά. Κανείς δεν έβγαινε καθαρός εκείνη την περίοδο εκτός από τον ήρωα της ιστορίας».

Όταν η Βηρυτός δεν πήρε το πράσινο φως να γίνει ταινία, ο Gilroy έβαλε το σενάριο στην άκρη και προχώρησε. Η ταινία πήρε μπρος αφού το Argo, το οποίο διαδραματιζόταν το 1979, κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 2012 και ήταν εισπρακτική επιτυχία, αποδεικνύοντας ότι τα πολιτικά θρίλερ που λαμβάνουν χώρα στη Μέση Ανατολή μπορούν να είναι εξαιρετικά επιτυχημένα.

«Το δραματικό στοιχείο είναι ακόμα πολύ έντονο, αλλά η πολιτική ραδιενέργεια έχει υποχωρήσει εντελώς» λέει χαρακτηριστικά ο Gilroy, που πέρασε τρεις μήνες ξαναγράφοντας το σενάριο. «Δεν υπάρχει πια αμφιβολία για το τι έγινε στον Λίβανο τον χειμώνα του 1982. Τώρα πια ζουν τα εγγόνια εκείνης της γενιάς».

Το όραμα του σκηνοθέτη

Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο βετεράνος Brad Anderson, ο οποίος έχει αποδείξει την κλίση για τις ταινίες αγωνίας που επικεντρώνονται σε στιβαρούς χαρακτήρες, με ταινίες όπως το The Machinist με πρωταγωνιστή τον Christian Bale και το Transsiberian με πρωταγωνιστή τον Woody Harrelson. Ο σκηνοθέτης ενθουσιάστηκε με το εξωτικό περιβάλλον της ιστορίας αλλά και το προσωπικό δράμα του ήρωα. «Με συνεπήρε η ιστορία του Tony. Ειλικρινά δεν ήξερα πολλά για τη Βηρυτό, οπότε ήταν πιο πολύ τα στοιχεία του χαρακτήρα που με τράβηξαν. Είχα ενθουσιαστεί με τον Mason, αυτή την ταλαιπωρημένη ψυχή που προσπαθεί να εξιλεωθεί σώζοντας έναν φίλο. Αυτή είναι μια πολύ κλασική δραματουργική προσέγγιση που δείχνει ευαισθησία».

Jon Hamm – The Negotiator/Ο Διαπραγματευτής

Καθώς ξεδιάλεγε τις προσφορές που προέκυψαν μετά τον εμβληματικό ρόλο του ως Don Draper στην τηλεοπτική σειρά Mad Men -για τον οποίο βραβεύτηκε με Emmy-, ο Jon Hamm ενθουσιάστηκε διαβάζοντας το σενάριο, ένα τεκμηριωμένο κατασκοπικό θρίλερ που παρουσίαζε μια ανανεωμένη εναλλακτική σε τυποποιημένα μπλοκμπάστερ που κυριαρχούν στο Χόλιγουντ. «Τα σοβαρά πολιτικά θέματα δεν βρίσκουν χώρο στις ταινίες πια» λέει ο ηθοποιός. «Ήμουν ενθουσιασμένος που θα έκανα μια ταινία με θέμα κάτι σημαντικό και όχι απλώς μια ταινία με δράση, ή στοιχεία από κόμικς, το οποίο μοιάζει να απασχολεί τις περισσότερες μεγάλες ταινίες σήμερα».

Ο Hamm επίσης βρήκε ενδιαφέρουσες τις προκλήσεις του να υποδυθεί τον Mason Stike. «Δεν είναι κάποιος που λύνει τα πάντα με ένα μαγικό σφυρί ή με ξόρκια ή με ενέργειες που δεν γίνονται στην πραγματική ζωή. Ως διαπραγματευτής, ο Mason έχει το χάρισμα να μιλάει με τους ανθρώπους χωρίς δόλο. Απλώς τους λέει ότι έχουν κάτι που θέλει και ότι κι αυτός με τη σειρά του έχει κάτι που θέλουν αυτοί. Τους προτρέπει να βρουν έναν κοινό χώρο για να αφήσουν κάτι και αντίστοιχα να πάρουν κάτι πίσω».

Για να εμποτίσει τον ρόλο με αυτή την πραγματιστική συμπεριφορά, ο Hamm εμπνεύστηκε από πολιτικούς. «Είχα την τύχη να γνωρίσω διπλωμάτες και έχει ενδιαφέρον να ακούς την οπτική τους» λέει ο Hamm. «Όταν οι άνθρωποι μένουν σε ξένη χώρα πρέπει να σέβονται την τοπική κουλτούρα και τους εκεί πολιτικούς για να καταλάβουν τι συμβαίνει. Αυτό προσπάθησα να κάνω με τον χαρακτήρα του Mason. Είναι παράγοντας διευκόλυνσης. Θέλει να κερδίσουν και οι δύο μεριές. Δεν βρίσκεται εκεί για να υπονομεύσει την άλλη κυβέρνηση. Κάτι τέτοιο χρειάζεται πολύ σεβασμό και εξυπνάδα».

Όσο μελετούσε τον κόσμο της ταινίας, ο Hamm βομβάρδιζε τον σεναριογράφο με ερωτήσεις για το πολιτικό αδιέξοδο που περιγράφει το σενάριο. «Ο Tony μου είπε ότι η ένταση είχε ξεκινήσει καιρό πριν, αλλά ότι πρόσφατα μόνο έχουμε αντιληφθεί τις εκρήξεις. Είτε πρόκειται για το χτύπημα της 9ης Σεπτεμβρίου είτε για τη Συρία και το Ισλάμ. Ο Tony μου εξήγησε ότι όλα συνδέονται για γεωπολιτικούς λόγους. Αν σκεφτείς την τρομοκρατία και τον φονταμενταλισμό που περιγράφεται στην ταινία και που ακόμα ισχύουν σήμερα, νομίζω ότι είναι σημαντικό να ψάξουμε τους λόγους. Πώς φτάσαμε εδώ;».

Εκτός από τα πολιτικά φορτισμένα θέματα, ο Hamm αναζήτησε το προσωπικό τραύμα που οδηγεί τον ήρωα στο ταξίδι. «Όταν τον συναντάμε για πρώτη φορά, ο Mason μοιάζει συγκροτημένος. Προσπαθεί να κάνει το καλό» λέει ο ηθοποιός. Μετά, σε λίγα τρομαχτικά δευτερόλεπτα, η ζωή του διαλύεται. «Παίρνει λίγο χρόνο στον Mason να ανασυγκροτηθεί μετά από αυτή την τραγωδία. Όταν επιστρέφει εκεί που συνέβησαν όλα, εκεί αρχίζει να βρίσκει τη χαρά και τη θέση του στον κόσμο».

Με το σενάριο του Gilroy ως οδηγό, ο Hamm βασίστηκε στον σκηνοθέτη για να φέρει εις πέρας τον ρόλο. «Ο Brad ήξερε καλά τι ήθελε να δει στο κάδρο» λέει ο Hamm. «Την ίδια στιγμή όμως επέτρεπε σε όλους να προσφέρουν κάτι. Ήταν σαν μαέστρος που ξέρει πολύ καλά τη μουσική που πρέπει να παίξει ο κάθε μουσικός».

Από την πλευρά του Anderson, ο Hamm ενσάρκωσε τέλεια τον στοιχειωμένο άντρα του Gilroy. «Ο Jon κι εγώ ενδιαφερόμασταν να δημιουργήσουμε έναν πραγματικό Mason, μια τραυματισμένη ψυχή σε μια τραυματισμένη πόλη» λέει ο σκηνοθέτης.

 

Rosamund Pike – The Handler/Η Διαχειρίστρια

Η Βρετανίδα ηθοποιός Rosamund Pike ξέρει από επικίνδυνα σενάρια, όπως απέδειξε με τον ρόλο της ως μοιραία γυναίκα στο Gone Girl. Στη Βηρυτό, το πρώην κορίτσι του Bond στο Die Another Day, είχε την ευκαιρία να είναι μια ανεξάρτητη γυναίκα στον ρόλο της ξύπνιας διαχειρίστριας της CIA που ακούει στο όνομα Sandy Crowder. «Είναι μια προ-φεμινίστρια που συμμετέχει για την αδρεναλίνη. Υποθέτω ότι θέλει να υπηρετήσει τη χώρα της, αν και δεν ανεμίζει καμία σημαία» λέει για τον χαρακτήρα που υποδύεται η Pike.

Ως μέρος της προετοιμασίας της, η Pike διάβασε για την ιστορία του Λίβανου και μελέτησε πώς  αντιμετωπίζονταν οι γυναίκες στη CIA πριν από 35 χρόνια. «Ήταν σκληρός κόσμος για τις γυναίκες στην υπηρεσία τη δεκαετία του ‘80» λέει η ηθοποιός. «Υπήρχαν λίγες γυναίκες πράκτορες. Νομίζω ότι υπάρχουν 14 μισθολογικά επίπεδα μέσα στη CIA και οι γυναίκες έφταναν το πολύ μέχρι το έβδομο».

Η δουλειά της Sandy Crowder ήταν να κρατάει μυστικά και αυτό είχε επίδραση στην προσωπική της ζωή. «Δεν μπορεί να εμπιστευτεί κανέναν, οπότε δεν αφήνει κανέναν να πλησιάσει, παρ’ όλο που ο Brad μας επιτρέπει να δούμε λίγο μέσα στην ψυχή της» σχολιάζει η Pike. «Μου άρεσε να παίζω την Sandy γιατί δεν χρειαζόταν να κάνει κάποιον άντρα να την ερωτευτεί. Αυτό είναι απελευθερωτικό. Την ορίζουν οι πράξεις της. Οι αποφάσεις που παίρνει υπό πίεση επηρεάζουν την εξέλιξη της ιστορίας και για μένα αυτό είναι συναρπαστικό».

Η χημεία της στο πανί με τον Hamm τη βοήθησε να νιώσει καλύτερα την ένταση της ιστορίας. «H Ros είναι φοβερή στη συνεργασία» λέει ο Hamm. «Εμφανίζεται ως μυστηριώδης περσόνα στο δεύτερο μέρος, οπότε η σχέση τους έχει ενδιαφέρον. Δεν την ξέρει, αλλά πρέπει να την εμπιστευτεί. Αλλά πόσο; Η δυναμική τους  δέθηκε ωραία με το πολιτικό στοιχείο και την ίντριγκα, καθώς η ιστορία εξελίσσεται και οδηγείται κάπου».

Διπλωμάτες και Κατάσκοποι

Η ταινία σφύζει από λαμπερούς ηθοποιούς συμπεριλαμβανομένων των Dean Norris, Shea Whigham, Mark Pellegrino και Larry Pine ως στελέχη της CIA και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με αποστολή να θέσουν υπό έλεγχο την ανεξέλεγκτη ταραχή στη Βηρυτό. « Ο Dean και ο Shea και ο Mark και ο Larry ασχολήθηκαν πολύ για να δημιουργήσουν τους χαρακτήρες εκείνης της περιόδου, με τα άσχημα κουρέματα, τα άχαρα κουστούμια και όλα τα σχετικά» λέει ο Anderson.

Ως Donald Gaines, πράκτορας της CIA, ο Norris -βραβευμένος με SAG για τον ρόλο του ως Hank στο Breaking Bad-, εμφανίζεται σχεδόν αγνώριστος με περουκίνι και χοντρά γυαλιά. «Δεν θέλαμε το κοινό να βλέπει τον τύπο από το Breaking Bad» λέει ο Anderson. Ο Norris βλέπει τον χαρακτήρα του ως κάποιον που εκπροσωπεί μια προσέγγιση σκληρού παιχνιδιού σε διεθνή θέματα. «Ελπίζεις ο Mason να κάνει τη διπλωματική δουλειά, αλλά χρειάζεσαι κάποιον σαν τον Gaines για να έχεις το χέρι της CIA με το μέρος σου».

Ο Shea Whigham ενσαρκώνει τον αναξιόπιστο Gary Ruzak. «Είναι ένας επιχειρηματίας που βρίσκεται στον Λίβανο για να φτιάξει την κατάσταση πριν χαλάσει και θα προχωρήσει σε συμφωνία με το διάολο αν χρειαστεί» λέει ο σκηνοθέτης. Ο ηθοποιός λέει για τον ρόλο: «Δεν κρίνω τους χαρακτήρες μου. Πρέπει να νιώθεις τους τύπους που μπορεί να αλλάζουν στρατόπεδα συνεχώς».

Ο πράκτορας Cal ζωντανεύει από τον Mark Pellegrino που προετοιμάστηκε για την ταινία μαθαίνοντας πράγματα για τις αληθινές συνθήκες που ενέπνευσαν το σενάριο. «Διάβασα βιβλία που μου έδωσαν την εικόνα της πολιτικής παράνοιας της ιστορίας» λέει ο Pellegrino. «Ο Cal είναι φίλος με τον Mason γιατί έχουν περάσει πολλά. Είναι σαν να έχουν πάει μαζί στον πόλεμο» λέει ο ηθοποιός.

Αποχρώσεις της πραγματικότητας

Η ταινία είναι ένα πολιτικό θρίλερ που ξετυλίγεται δεκαετίες πριν, αλλά αφορά το σύγχρονο κοινό, καθώς διαδραματίζεται με φόντο την τρομοκρατία στη Μέση Ανατολή και δίνει τα ηνία σε έναν διαχρονικό ήρωα που αναζητά την ειρήνη. Η ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει τη διαφορά, όσο μικρή κι αν είναι, υφαίνει μια κλασική ιστορία. Η ταινία προσκαλεί το κοινό να ζήσει την εμπειρία μιας εξωτικής τοποθεσίας σε μία ιστορία με πολλές δόσεις ίντριγκας. «Έχουμε δημιουργήσει έναν καπνισμένο, βρώμικο, σκονισμένο αλλά και γοητευτικό κόσμο» επισημαίνει ο Anderson. «Θέλω οι θεατές να νιώθουν ότι μεταφέρονται αλλού για λίγο. Αν οι άνθρωποι φύγουν με ερωτηματικά για την ανάμειξη της Αμερικής στη Βηρυτό τη δεκαετία του ’80, αυτό θα είναι σπουδαίο. Αν η ταινία οδηγήσει κάποιους να μάθουν περισσότερο για εκείνη την εποχή, αυτό θα είναι καταπληκτικό. Αλλά έχει να κάνει και με την απόλαυση της ταινίας, το να μπει το κοινό σε αυτόν τον κόσμο, με όλη του την αλλόκοτη δόξα. Για μένα, αυτό είναι πραγματικά ενδιαφέρον».

Η πρόθεση του χαρακτήρα να ανοίξει διάλογο είναι σε αντίθεση με το σύγχρονο πολιτικό κλίμα παρατηρεί ο Hamm. «Όλα είναι πολωμένα πια. Φοβάσαι να πεις κάτι γιατί μπορεί να προδώσεις το κόμμα σου ή την πατρίδα σου ή τη θρησκεία σου» παρατηρεί ο ηθοποιός. «Είναι σαν να βλέπουμε τα πάντα σε άσπρο ή μαύρο, αλλά ο κόσμος δεν υπάρχει σε αυτή τη χρωματική παλέτα. Αν δεν μιλάμε, δεν αγωνιζόμαστε, τότε τα πράγματα δεν προχωράνε. Οπότε αλήθεια, αυτό είναι το μήνυμα που ελπίζω να πάρει ο θεατής. Αντί για πόλεμο, ίσως οι λέξεις είναι κάπως καλύτερες».

 

10 Μαΐου στους κινηματογράφους από τη Feelgood

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Brad Anderson

Σενάριο: Tony Gilroy

Παίζουν: Jon Hamm, Rosamund Pike, Dean Norris, Mark Pellegrino, Larry Pine, Shea Whigham, Alon Moni Aboutboul, Idir Chender, Jonny Coyne

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Björn Charpentier

Μοντάζ: Andrew Hafitz

Μουσική: John Debney

Category CINEMA